μεταναστες

μεταναστες

Tuesday, June 27, 2017

Τα σκουπίδια, το ιδιωτικό και το δημόσιο

Tου Γιώργου Ρακκά

Η αντιπαράθεση κυβέρνησης-Δήμων-συμβασιούχων για το ζήτημα των μονιμοποιήσεων καθώς και το υγειονομικό αδιέξοδο που δημιούργησαν οι σωροί των σκουπιδιών από την απεργία της ΠΟΕ – ΟΤΑ έθεσε επί τάπητος ξανά το συνολικότερο ζήτημα της διαχείρισης των απορριμμάτων από την σκοπιά της τοπικής αυτοδιοίκησης.

Τα τελευταία χρόνια, το ζήτημα αυτό αντιμετωπίζεται στον δημόσιο διάλογο της χώρας υπό την σκοπιά της αντιπαράθεσης κρατισμού και νεοφιλελευθερισμού: Έτσι, το ζήτημα ανάγεται αποκλειστικά στο δίλημμα «ποιός θέλετε να μαζεύει τα σκουπίδια, ο Δήμος ή οι ιδιώτες», και γίνεται μέρος του ευρύτερου πολιτικού διπολισμού που καθορίζει την εγχώρια πολιτική σκηνή.

Έχουμε τονίσει πολλάκις, ότι αυτός ο διπολισμός είναι εξόχως αντιπαραγωγικός. Συγκεκριμένα ως προς το ζήτημα των απορριμμάτων, η εμπειρία των πρόσφατων δεκαετιών από την τοπική αυτοδιοίκηση έχει αποδείξει πως επί του παρόντος δεν μπορεί να λειτουργήσει διαφανώς, ορθολογικά και αποτελεσματικά κανένας από τους δυο προτεινόμενους τρόπους: Ο κρατικισμός σκοντάφτει πάντοτε στην υπεργραφειοκρατικοποίηση, την αδράνεια, και την εκτόξευση του λειτουργικού κόστους από την ύπαρξη «αντι-οικονομιών» κλίμακας. Ακόμα χειρότερα, μιλάμε για θεσμικούς μηχανισμούς που διαποτίζονται από οργανωτικές λογικές της δεκαετίας του… 1950, οι οποίοι υποστελεχώνονται από ένα προσωπικό που συνήθως είναι άνω των 50 ετών, και διοικούνται από διοικητικούς και πολιτικούς προϊσταμένους ελλιπούς ή ανύπαρκτης συγκρότησης, διαποτισμένους από τις κυρίαρχες κατά την μεταπολίτευση νοοτροπίες κομμάτων καρτέλ, πελατειακών δικτύων και ρεμούλας.

Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, οι συνδικαλιστικοί/συντεχνιακοί παράγοντες που καλούνται να κινητοποιηθούν προς υπεράσπιση του δημόσιου χαρακτήρα θεμελιωδών αγαθών και υπηρεσιών, σχεδόν πάντοτε κινητοποιούνται για τις διεκδικήσεις τους με τρόπο που μεταβιβάζει το κύριο κόστος της κινητοποίησης στην κοινωνία, και όχι στον φορέα της άδικης πολιτικής. Για τα απορρίμματα, επί του προκειμένου, η κυρίαρχη συνδικαλιστική νοοτροπία θέλει τους κινητοποιούμενους να δημιουργούν συνθήκες υγειονομικής ασφυξίας σε μια ολόκληρη πόλη, κρατώντας όμηρους τους κατοίκους της, για να απαντήσουν στις κούφιες υποσχέσεις της κυβέρνησης.

Οι νεοφιλελεύθεροι, δηλαδή, καθώς επικαλούνται αυτές τις τρανταχτές αδυναμίες και τα αδιέξοδα του δημοσίου τομέα ‘κλέβουν εκκλησία’ καθώς είναι ηλίου φαεινότερο ότι ένα ολόκληρο σύστημα θεσμών που σφράγισε την λειτουργία της Τρίτης Ελληνικής Δημοκρατίας, βρίσκεται –μαζί με την τελευταία– σε φάση ψυχορραγήματος. Ωστόσο, ποιός θα μπορούσε να δικαιώσει τις «ιδιωτικοποιήσεις ως πανάκεια»; Με δεδομένες τις θανάσιμες αδυναμίες του υπάρχοντος πολυδαίδαλου νομικού πλαισίου, και καθώς κράτος και δήμοι αδυνατούν στις περισσότερες των περιπτώσεων να επιτελέσουν έστω και τις στοιχειώδεις λειτουργίες επίβλεψης, και ελέγχου των ΣΔΙΤ (συμπράξεις ιδιωτικού-δημοσίου τομέα), αυτό που ονομάζουμε ‘ιδιωτικοποιήσεις’ σέρνουν μαζί τους τις δικές τους αμαρτίες διαπλοκής, διαφθοράς και διασπάθισης του δημοσίου πλούτου. Δεν είναι τυχαίο, εξάλλου, ότι η ίδια η ‘πιάτσα’ της αγοράς θεωρεί τις εταιρείες που επιβιώνουν από τις κρατικές εργολαβίες ένα είδος παρακολουθήματος’ του δημοσίου που φέρουν αυτούσιες τις αμαρτίες του τελευταίου, όντας εξόχως παρασιτικές και διαποτισμένες από την λογική της ‘δημιουργικής’ διαχείρισης των κρατικών προμηθειών. Γι’ αυτό και πολύ συχνά κρατικές αναθέσεις και εργολαβίες παραπέμπονται στους ελεγκτικούς μηχανισμούς, ή ακόμα και παίρνουν τη δικαστική οδό, με το ερώτημα της απιστίας.

Έτσι «κράτος» και «ιδιώτες», στην Ελλάδα παίρνουν κάτω από την βάση. Πέραν, βεβαίως, εξαιρέσεων οι οποίες όμως δεν μπορούν να γείρουν την πλάστιγγα υπέρ της μίας ή της άλλης πλευράς, – διότι συνήθως όπου έχουμε ισχυρή, άρτια και λειτουργική δημόσια υπηρεσία έχουμε και σωστές Συμπράξεις Δημοσίου-Ιδιωτικού Τομέα για την ανάθεση των έργων της. Άρα, το ισχυρό δημόσιο δεν είναι αποτρεπτικός παράγοντας για τις συμπράξεις κράτους/δήμων και ιδιωτών, όπως ισχυρίζονται σήμερα ιδεοληπτικά κάποιοι, αλλά αντίθετα η εύρυθμη λειτουργία της πολιτείας αποτελεί την μόνη εγγύηση για την κοινωνική αποδοτικότητα (κοινωνική προστιθέμενη αξία, το λένε στην ορολογία των σύγχρονων κρατικών λειτουργών) των εν λόγω συμπράξεων. Ούτως ή άλλως, η αρχική λογική αυτών των σχημάτων δεν ήταν να αποκαταστήσουν το κράτος, αλλά αντίθετα, να το βοηθήσουν να προεκτείνει τις παρεμβάσεις του μέσω της μόχλευσης του ιδιωτικού κέρδους, προκειμένου να παράγει επιπλέον κοινωνική ωφέλεια δίχως να αυξήσει το ίδιο λειτουργικό και γραφειοκρατικό κόστος.

Αυτά ως προς τις μορφές διαχείρισης που συγκρούονται σήμερα με επίδικο το ζήτημα ‘απορρίμματα’. Ωστόσο, ειδικά για το συγκεκριμένο ζήτημα, η υστέρηση της δημόσιας συζήτησης δεν σταματάει στη μορφή, αλλά αντίθετα αγγίζει βαθιά και το περιεχόμενο. Δηλαδή τα σκουπίδια:

Μπορεί η ανακύκλωση να καταλαμβάνει ολοένα και μεγαλύτερο χώρο στην ρητορική της τοπικο-αυτοδιοικητικής πολιτικής, λόγω των κατευθύνσεων που δίνουν σε αυτήν οι ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις, αλλά και εξαιτίας των όχι και τόσο καθαρών επιχειρηματικών συμφερόντων που έχουν αναπτυχθεί στον συγκεκριμένο κλάδο. Ωστόσο, η συντριπτική πλειοψηφία των δημάρχων και των αντιδημάρχων που αρέσκονται να την επικαλούνται, αγνοούν παντελώς την μεγάλη καινοτομία που αυτή θα εισάγει στο πεδίο της τοπικής πολιτικής: Ότι, δηλαδή, ένα πολύ μεγάλο μέρος των παραγόμενων από τις τοπικές κοινωνίες απορριμμάτων δεν είναι «σκουπίδια» αλλά… πρώτη ύλη, σημαντικής οικονομικής αξίας, που ανοίγει σημαντικά πεδία για την ανάπτυξη της δημοτικής/κοινωνικής οικονομίας.

Η λογική της ανακύκλωσης, δηλαδή, ανατρέπει την παραδεδομένη αντίληψη ότι τα σκουπίδια αποτελούν «πρόβλημα», την μετασχηματίζει, καλύτερα, εισάγοντας πρακτικές που τα μεταβάλουν σε «επένδυση». Επένδυση, μάλιστα, παραγωγική, της κοινωνικής οικονομίας, δυο στοιχεία που λείπουν όσο τίποτε άλλο στην χώρα μας. Τα πεδία δραστηριοποίησης της κοινωνικής επιχειρηματικότητας στην ανακύκλωση είναι πάμπολλα, άλλα υπόσχονται αμεσότερα αποτελέσματα, και άλλα προϋποθέτουν μεγαλύτερες και συντονισμένες προσπάθειες.

Για παράδειγμα, αυτήν την στιγμή τα ελαιοαπόβλητα από τον κλάδο της εστίασης στην Θεσσαλονίκη, παραδίδονται σε ιδιώτη και εξάγονται, την ίδια στιγμή που η μεταποίησή τους σε καύσιμα που χρησιμοποιούνται για τα κτήρια ευθύνης του Δήμου είναι σχετικά εύκολο εγχείρημα, όπως απέδειξε πρόσφατο πιλοτικό πρόγραμμα που υλοποιήθηκε από τον Δήμο Συκεών. Φυσικά, στην περίπτωση που θα υπήρχε βούληση από την πλευρά του κεντρικού δήμου της Θεσσαλονίκης, η εξοικονόμηση του κόστους θα ήταν άμεση και σημαντική, ενώ επιπρόσθετα η δραστηριότητα θα απέδιδε και θέσεις εργασίας σε μια πόλη που γονατίζει από την ανεργία και την ετεροαπασχόληση.

Με την ίδια λογική, θα μπορούσαν να λειτουργούν και μικρές μονάδες διαχείρισης των οργανικών αποβλήτων, που θα μπορούσαν να μετατραπούν σε κομπόστ, και να συμβάλουν στην επέκταση των πάρκων και την αναβάθμιση του αστικού πρασίνου.

Για τους μεγάλους όγκους ανακυκλώσιμων υλικών, ο δήμος σε συνεργασία με τους μικρούς και μεσαίους, νόμιμους«ανακυκλωσάδες», και όχι με την πολυεθνική μαφία που έχει εσχάτως αναπτυχθεί για την αξιοποίησή τους, στέλνοντας εκατοντάδες ανθρώπους που τελούν σε συνθήκες σύγχρονης δουλείας για την διαλογή των υλικών μέσα από τους κάδους, θα μπορούσε να συγκροτήσει ένα δίκτυο μικρών και μεσαίων «πράσινων σημείων». Τα πράσινα σημεία, είναι επί της ουσίας χώροι συλλογής ανακυκλώσιμων υλικών, που ανακατευθύνονται κατόπιν στους μεγάλους χώρους επεξεργασίας. Η λογική των διάσπαρτων σημείων μεσαίας δυναμικότητας υπηρετεί μιαν αντίληψη ότι η τοπική αυτοδιοίκηση πρέπει να παρεμβαίνει για την ανακύκλωση στο μικρότερο δυνατό πολιτικό κύτταρο της δομής της (τις δημοτικές κοινότητες, πρώην διαμερίσματα) και από εκεί να ενθαρρύνει/οργανώνει τους πολίτες, ώστε αυτοί να ανταποκριθούν στην ανάγκη διαλογής στην πηγή.

Φυσικά, αξίζει να διερευνηθεί και το ενδεχόμενο ανάπτυξης μορφών κοινωνικής/δημοτικής επιχειρηματικότητας και στον τομέα της μεταποίησης/κατεργασίας ανακυκλώσιμων υλικών, καθώς η χώρα διαθέτει και το απαραίτητο επιστημονικό δυναμικό (το οποίο την εγκαταλείπει λόγω ανεργίας), και λόγω της ευαισθησίας που υπάρχει σε επίπεδο Ε.Ε. για το ζήτημα, είναι δυνατή η εύρεση πόρων προς αυτήν την κατεύθυνση.

Ο κατάλογος των δυνατοτήτων για την ανάπτυξη της κοινωνικής επιχειρηματικότητας στον τομέα των απορριμμάτων, πραγματικά δεν έχει τέλος. Κι αυτό γιατί βρισκόμαστε σε μια φάση, όπου οικονομικοί-κρατικοί γίγαντες, όπως η Κίνα έχουν αρχίζει να αντιμετωπίζουν το πρόβλημα, καθώς η ακραία μόλυνση που επισώρευσαν οι δεκαετίες τρελών ρυθμών ανάπτυξης απειλεί την βιωσιμότητα του «κινέζικου θαύματος». Έτσι, λόγου χάρη, διαβάζουμε για την ύπαρξη αυτόματων δεκτών πλαστικών μπουκαλιών εντός των μεγάλων κινέζικων πόλεων, που παραδίδουν το αντίτιμό τους σε εισιτήρια μέσων μαζικής μεταφοράς· μια καινοτόμος πρακτική που εισάγει και την λογική της άμεσης ανταποδοτικότητας από την ανακύκλωση. Προς την ίδια κατεύθυνση, θα μπορούσαν να εκπονηθούν προγράμματα και στην χώρα μας, για παράδειγμα μέσω της χορήγησης ηλεκτρονικού μητρώου ανακύκλωσης, όπου θα προβλέπεται έκπτωση από τα δημοτικά τέλη για τους πολίτες που ανακυκλώνουν στο επιθυμητό ποσοστό επί του συνόλου της κατά κεφαλήν ετήσιας παραγωγής απορριμμάτων που τους αντιστοιχεί. Και ανάλογα κίνητρα, θα μπορούσαν να δοθούν σε μεγάλες επιχειρήσεις, για παράδειγμα σούπερ-μάρκετ, που λειτουργούν ως κόμβοι ανακύκλωσης, ή που προάγουν τον περιορισμό χρήσης της πλαστικής σακούλας κ.ο.κ.

Πραγματικά, το να δει αυτήν την στιγμή η τοπική αυτοδιοίκηση τα απορρίμματα ως ευκαιρία, ως δυνατότητα… οικολογικής παραγωγικής ανασυγκρότησης, και να επιστρατεύσει έξυπνους τρόπους ώστε να ανταποκριθεί αποτελεσματικά στις ανάγκες των κοινωνικών επενδύσεων, είναι κάτι που μόνο οφέλη θα μπορούσε να προσφέρει στην τοπική αυτοδιοίκηση. Χώρια που, η ανάπτυξη μορφών κοινωνικής επιχειρηματικότητας μπορεί να αποτελέσει και μέσο για την εμπλοκή εργαζομένων «νέας μορφής», σε οργανωτικά σχήματα που θα τελούν σε αλληλεπίδραση με την τοπική αυτοδιοίκηση, πράγμα που εκ των πραγμάτων θα ενθαρρύνει την εισαγωγή οργανωτικών και διοικητικών καινοτομιών στους κουρασμένους Δήμους: Από το περιβάλλον ενός ράθυμου μηχανισμού, που έχει ξεχάσει να κινητοποιείται καθώς τείνει να εκχωρήσει ολοένα και περισσότερες από τις λειτουργίες του σε παράσιτα-ιδιώτες, θα περάσουμε σταδιακά σε ένα δυναμικό περιβάλλον όπου ο δήμος θα καλείται να συντονιστεί με ένα σμήνος μικρών και μεσαίων συνεταιρισμών, συμπράξεων ιδιωτών, ή και μικροϊδιοκτητών, που οργανώνουν την αναπαραγωγή της πρώτης ύλης.

Όλα αυτά είναι ενδεικτικά, για να υπομνηματίσουν την δυνατότητα που κυοφορεί μια «αλλαγή παραδείγματος», δηλαδή μια ριζική μεταβολή, μια «επαναστατική μεταρρύθμιση» στις νοοτροπίες και στις λογικές που κυβερνούν την τοπική αυτοδιοίκηση. Αυτό έχει ανάγκη η χώρα, και όχι από τις σκιαμαχίες των κρατιστών και νεοφιλελεύθερων ταγών της πολιτικής ζωής, που έχουν κάνει ως παρασιτική κάστα κατάληψη στον δημόσιο διάλογο της κοινωνίας μας. Αυτά τα διλήμματα, στο μόνο που χρησιμεύουν, είναι να δικαιώνουν κατ’ αντιπαράθεση τον λόγο ύπαρξης της μιας ή της άλλης πλευράς. Στην πραγματικότητα όμως, όπως μπορεί να διαπιστώσει οποιοσδήποτε άνθρωπος έλθει σε συγχρωτισμό μαζί τους, και ο οποίος αγωνίζεται για να βγάλει το ψωμί του μέσα στην σημερινή κατάσταση, αυτό το «αντιθετικό ζεύγος» των δημοσιολογούντων δεν μπορεί να διαχειριστεί ούτε περίπτερο. Πόσο μάλλον, τις συλλογικές μας τύχες…

Saturday, June 17, 2017

Προτάσεις για την παραγωγική ανασυγκρότηση

Του "Χαγκέα"

Η παραγωγική ανασυγκρότηση, η οποία θα επιτρέψει τη σταδιακή απελευθέρωση της χώρας από τα δεσμά του μνημονίου και της υποτέλειας, δεν αποτελεί ουτοπία ούτε άπιαστο όνειρο. Η απελπισία και η μαζικής κλίμακας κατάθλιψη του μέσου Έλληνα εμποδίζουν την ορθολογική αντίδραση μέσα σε ένα υγιές πλαίσιο δράσης. Σε αυτό πρέπει να απαντήσουμε με θετικές ενέργειες, ορθά συγκροτημένες και δομημένες με απτό χρονικό ορίζοντα θέσπισης μέτρων και μέτρησης των αποτελεσμάτων τους.
Στο παρόν άρθρο θα αναφερθώ επιγραμματικά σε έναν παλαιό θεσμό –πρακτική του εμπορίου ο οποίος κάποτε, πριν την «εκσυγχρονιστική» περίοδο ήταν λειτουργικός, αλλά μετά έπεσε σχεδόν σε αχρησία. Αναφέρομαι στο αντισταθμιστικό – ανταλλακτικό εμπόριο (burter), το οποίο αποτελεί και την αρχαιότερη μορφή εμπορίου στην ιστορία της ανθρωπότητας. Πολλές φορές βασιζόμαστε σε ιστορικά γεγονότα για να προβλέψουμε μελλοντικά, εντός κάποιων πλαισίων. Θεωρώ πως υπάρχουν παλαιοί θεσμοί, που αν επανεξεταστούν με κριτικό πνεύμα και προσαρμοστούν στις σημερινές συνθήκες, μπορούν να προσφέρουν ένα λιθαράκι στον αγώνα της συλλογικής μας ανάκαμψης.
Στο πρόσφατο παρελθόν, το ανταλλακτικό εμπόριο αν και θεωρούνταν κάπως πρωτόγονη συναλλαγή, λειτουργούσε αποδοτικά. Ένας σχετικά μικρός παραγωγός – εξαγωγέας ενός προϊόντος πρόσφερε στη διεθνή αγορά την παραγωγή του αναφερόμενος σε διεθνείς τιμές, με το αμερικανικό δολάριο (USD) να αποτελεί νόμισμα αναφοράς (π.χ. εξαγωγή σε αγροτικά προϊόντα και πληρωμή τους με ξυλεία). Οι χώρες που απευθυνόταν αφορούσαν για την ελληνική πραγματικότητα τις γειτονικές βαλκανικές χώρες και γενικά το πρώην ανατολικό πάλαι ποτέ μπλοκ. Στις χώρες αυτές υπήρχε έλλειψη ρευστότητας και συναλλάγματος, με συνέπεια μια συμφωνία ανταλλαγής να αποτελεί μονόδρομο για την ολοκλήρωση της συναλλαγής. Αυτό είχε πολλαπλά οφέλη και στα δύο μέρη, όπως και στις οικονομίες και των δύο χωρών:
1. Μείωση συναλλαγματικού κινδύνου.
2. Περιορισμός εκροής συναλλάγματος.
3. Εξασφάλιση φερεγγυότητας και ολοκλήρωσης της συναλλαγής χωρίς κίνδυνο.
4. Συνήθως τα προϊόντα που ανταλλάσσονταν είχαν το καθένα υψηλή ζήτηση στην άλλη χώρα – αγορά, οπότε δεν υπήρχε κίνδυνος αποθεματοποίησης
5. Η συναλλαγή γενικά δεν ήταν σύνθετη και κοστοβόρα για μια μικρομεσαία επιχείρηση.
6. Το μείγμα των ανταλλασσόμενων αγαθών μπορούσε να προσαρμοστεί εξυπηρετώντας και άλλες ανάγκες
7. Μπορούσε να διευρυνθεί σημαντικά ο αριθμός των συναλλασσόμενων, με συνέπεια πολλές μαζί επιχειρήσεις να δημιουργούν ένα δίκτυο με όλα τα οφέλη του σε ποικιλία, ποσότητες και καλή τιμολόγηση των αγαθών.

Νομίζω αποτελεί, με βάση την εικόνα της ελληνικής οικονομίας, μια εφικτή και παραγωγική λύση η υιοθέτηση του παραπάνω μοντέλου από τις μικρομεσαίες μας επιχειρήσεις. Αυτό θα ενδυναμώσει απίστευτα τις εξαγωγές μας σε αγαθά στα οποία λόγω του μικρού μεγέθους των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται, μένουν πίσω στο διεθνές εμπόριο. Αυτό όμως από μόνο του δεν αρκεί, χρειάζεται η δημιουργία νομοθετικού πλαισίου το οποίο θα ενισχύει με κάθε τρόπο την αύξηση του παραπάνω εμπορίου. Θα μπορούσαν, για παράδειγμα, υπηρεσίες του υπουργείου Ανάπτυξης και Εμπορίου να παρέχουν συμβουλευτική υποστήριξη και, γιατί όχι, να παίξουν και ρόλο ενδιάμεσου μεταξύ του εξαγωγέα και του εισαγωγέα.
Τον τελευταίο καιρό είμαστε στα πρόθυρα ενός εμπορικού πολέμου μεταξύ των ΗΠΑ και του υπόλοιπου κόσμου. Η διοίκηση Τραμπ θεωρεί πως πρέπει να αυξήσει την προστασία της παραγωγής σε αμερικανικό έδαφος με κάθε κόστος, διότι προβλέπει την κατίσχυση της Κίνας, η οποία έχει προσαρμοστεί και εκμεταλλεύεται με ευχέρεια το ελεύθερο διεθνές εμπόριο. Ο θεσμός του ανταλλακτικού εμπορίου αποτελεί απάντηση και εξουδετέρωση εμποδίων σε χώρες οι οποίες θα παρακολουθούν στενά το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών τους, δίνοντας πλεονεκτήματα και στα δύο μέρη, ουσιαστικά θα υπάρχει ισορροπία στις διμερείς εμπορικές σχέσεις. Νομίζω, πέρα από τις ΗΠΑ θα υπάρξουν αρκετές χώρες που θα υψώσουν παρόμοια εμπόδια. Το ανταλλακτικό εμπόριο θα μετατρέψει τα παραπάνω από απειλές σε ευκαιρίες, δίνοντας μάλιστα και σημαντικές δυνατότητες για τα ελληνικά προϊόντα να μπούνε σε νέες αγορές.
Θα μπορούσε κανείς να απαριθμήσει αρκετά, όμως ο σκοπός αυτού του άρθρου είναι να γίνει κατανοητό πως τίποτε δεν πρέπει να μας κάνει να σταματήσουμε να σκεφτόμαστε δημιουργικά. Πρέπει η επιστροφή στην παράδοση να γίνει με σύγχρονο, δημιουργικό και ευέλικτο τρόπο, ώστε να επανεκκινήσουμε τη χώρα. Το κίνημα του ΑΡΔΗΝ αποτελεί ένα υγιές και λογικά σκεπτόμενο κομμάτι της κοινωνίας και χρέος μας είναι όχι μόνο η διάδοση των θέσεών μας, αλλά και η κατάδειξη του γεγονότος ότι είναι ταυτόχρονα εφικτές και υλοποιήσιμες.

Πηγή: Εφημερίδα ΡΗΞΗ

Wednesday, May 24, 2017

Για τον Ηρακλή....

Δεν έχει να κάνει με συναισθηματισμούς ή συμπάθειες (αν και την ομάδα του Ηρακλή την συμπαθώ πάρα πολύ). Έχει να κάνει με την… μανία που έχω ενάντια στην αδικία. Στο φετινό πρωτάθλημα δυο ομάδες έκαναν την διαφορά. Ο Πανιώνιος με την πορεία πρωταθλητισμού και ο Ηρακλής με τον αγώνα για την παραμονή. Δυο διαφορετικές περιπτώσεις. Στην «κυανέρυθρη» ομάδα υπάρχει διοίκηση και η ΠΑΕ λειτουργεί σωστά εντός και εκτός γηπέδων. Απόδειξη ότι ο Ιστορικός δεν έχει κανένα οικονομικό πρόβλημα και πήρε κανονικότατα άδεια για την Ευρώπη. Από την άλλη πλευρά οι παίκτες και ο προπονητής του «γηραιού» χωρίς καμία διοικητική στήριξη, χωρίς διοίκηση, χωρίς χρήματα (θυμίζω ότι για τις γιορτές του Πάσχα ο κ. Καγιούλης έδωσε από 100 ευρώ στους παίκτες….), χωρίς ουσιαστική οπαδική υποστήριξη αφού οι οργανωμένοι έκαναν για πολλούς μήνες αποχή. Και όμως οι παίκτες του Ηρακλή κατάφεραν και «έσωσαν» την ομάδα τους μάζεψαν 29 βαθμούς. Με κόπο και ιδρώτα…Και εδώ αρχίζει η αδικία.

Ξαφνικά (;) έρχεται η Σουπερ Λιγκα στις 24 Μαίου και αφαιρεί 3 βαθμούς (συμπτωματικά όσους χρειάζεται ο Λεβαδειακός για να σωθεί…) γιατί λέει ο Ηρακλής πλήρωσε τον Πορτουλίδη εκπρόθεσμα. Σε μια εποχή που στο ελληνικό ποδόσφαιρο 7 στις 10 ομάδες χρωστάνε χιλιάδες ευρώ σε παίκτες & προπονητές, η Λίγκα τιμωρεί τον «γηραιό» που πλήρωσε έστω και εκπρόθεσμα!
Και όμως όλη τη χρονιά το αρμόδιο όργανο και η Σούπερ Λίγκα αφαιρούσε βαθμούς από τον «γηραιό» για οφειλές σε παίκτες. Αλλά μόλις πλήρωνε ο Ηρακλής έπαιρνε πίσω τους βαθμούς. Τι συνέβη τώρα και τιμωρείται για εκπρόθεσμη πληρωμή; Μήπως γιατί ήρθε το πλήρωμα του χρόνου και ο Ηρακλής δεν θα υποβιβαζόταν λόγω μη χορήγησης άδειας;
Πέρα από τις όποιες νομικές ή νομικίστικες απόψεις υπάρχει μια ηθική διάσταση, που δυστυχώς ομάδες σαν τον Πανιώνιο δεν πρέπει να την προσπερνά. Ο Ηρακλής είναι ένα σωματείο ταλαιπωρημένο. Με ευθύνη των ανθρώπων του βεβαίως, αλλά ταλαιπωρημένο από «σωτήρες» και «επενδυτές». Μόνοι τους παίκτες & προπονητής τον κράτησαν στην κατηγορία. Για μένα ο Πανιώνιος που έχει περάσει παρόμοιες καταστάσεις αν μη τι άλλο θα έπρεπε να είναι λιγότερο ας πούμε αυστηρός σε περιπτώσεις για συλλόγους όπως ο «γηραιός».

Υ.Γ. Σε ότι με αφορά, αν και δεν έχει καμία σημασία γιατί πλέον είναι «αργά», χρωστάω μια συγγνώμη στους φιλάθλους του Ηρακλή για την ήττα με 1-3 του Πανιωνίου από το Λεβαδειακό στη Νέα Σμύρνη. Για μένα είναι ξεκάθαρο. Η σημερινή ψήφος της ΠΑΕ Πανιώνιος που οδηγεί τον Ηρακλή στον υποβιβασμό είναι μια μαύρη σελίδα στην ιστορία του συλλόγου.


Friday, May 12, 2017

Ερασιτεχνικό ποδόσφαιρο και τοπική κοινωνία

Του Μανώλη Τζερέτα*

Σκοπός αυτής της παρέμβασης δεν είναι η ανάλυση του ποδοσφαίρου ως κοινωνικό φαινόμενο που ξεπερνά κατά πολύ τα όρια ενός απλού παιχνιδιού. Άλλωστε πως θα ήταν αυτό δυνατόν να γίνει όταν εδώ και δεκαετίες, υπάρχει διαφωνία των διανοούμενων για την ανάλυση του ποδοσφαίρου ως κοινωνικοπολιτικού φαινομένου. Ως αφετηριακό αξίωμα, με καλύπτουν η φράση του περίφημου λογοτέχνη Albert Camus «όσα γνωρίζω περί ηθικής και καθήκοντος, μου τα έμαθε το ποδόσφαιρο» ή η ανάλυση του Αντόνιο Νέγκρι ότι καταλυτική δυναμική του ποδοσφαίρου, βασίζεται στο γεγονός ότι κάνει τους ανθρώπους να μιλούν. 
Η σαμιακή ποδοσφαιρική κοινότητα είναι από τα πιο ενεργητικά τμήματα της τοπικής κοινωνίας με 12 συνολικά ομάδες στον Δήμο, με τμήματα υποδομής οι 6 από αυτές, γεγονός που αφορά ένα πολύ μεγάλο αριθμό ανθρώπων, αθλητών, προπονητών, παραγόντων, γονέων που έχουν άμεση ή έμμεση ενασχόληση. Αυτοί είναι που θα αποτελέσουν μια Συνειδητή Εθελοντική Συλλογική Δύναμη και θα συμβάλλουν στη δημιουργία νέων δομών Αλληλοβοήθειας και Στήριξης πρώτα για τους ίδιους και φυσικά συνολικά για την κοινωνία μας. 
Η Αυτοοργάνωση έχει βρει μέχρι τώρα έκφραση στον Ετήσιο Αγώνα Αλληλεγγύης και Φιλανθρωπίας που έχει ήδη ζωή εδώ και 10 χρόνια και αποτέλεσε σημαντική στήριξη σε αθλητές, σε ευπαθείς οικογένειες που αντιμετώπισαν ακραίες καταστάσεις ενώ κατά καιρούς υπήρξε στήριξη φορέων με κοινωνική δράση (Παντοπωλείο της Μητρόπολης Σάμου-συνεργασία με τον Σ.Πολυτέκνων κλπ). Η ζωή, δυστυχώς, δημιουργεί καινούργιες ανάγκες, αυτό σημαίνει και την αναπροσαρμογή των παρεμβάσεων μας. Μια νέα πρόταση παρέμβασης μας θα πρέπει να είναι η καθιέρωση ενός διημέρου, Εθελοντικής Αιμοδοσίας, των ανθρώπων του ποδοσφαίρου, μιας και όπως φάνηκε από το πρόσφατο δυστύχημα, βρεθήκαμε απροετοίμαστοι. Μια δεύτερη δράση θα μπορούσε να είναι η σύσταση ενός Ταμείου Αλληλοβοήθειας για την στήριξη συναθλητών μας που βιώνουν σοβαρούς τραυματισμούς και ανατρέπεται η οικογενειακή τους κανονικότητα. Στη συνέχεια μπορούμε να δούμε και πιο ειδικές παρεμβάσεις σαν ένας τόπος που βιώνει έντονα προβλήματα όπως το μεταναστευτικό –προσφυγικό, ενώ μόνιμη θα πρέπει να είναι η καμπάνια στήριξης και ανάδειξης του έργου που γίνεται στο Κοινωνικό Φαρμακείο Σάμου. 
Αυτά μπορεί να γίνουν στη διάρκεια της επόμενης περιόδου αφού ρυθμιστούν και νομικά ζητήματα όπου υπάρχουν. Χρειάζεται Θέληση και Προσπάθεια, νομίζω ότι μπορούμε όλοι μαζί να προχωρήσουμε αλλά ακόμα και αν αυτό δεν εφικτό, όσοι έχουμε την ίδια αντίληψη για τον κοινωνικό ρόλο του ποδοσφαίρου έχουμε την ηθική υποχρέωση να προσπαθήσουμε.

*Προπονητής της ποδοσφαιρικής ομάδας ΑΣ Λαίλαπας Χώρας Σάμου

Monday, May 8, 2017

Η ελπίδα

Του Δημήτρη Γ. Μαγριπλή

Μετά τις απαραίτητες συστάσεις η συζήτηση μπήκε σε βάθος.
- Από πού είσαι, φιλαράκι; με ρώτησε.
- Καλαμάτα. Εσύ;
- Πύργος.
Παγώσαμε αμφότεροι. Δεν θα μπορούσε να υπάρχει πιο δυνατός συνδυασμός. Κανείς δεν τόλμησε να ρωτήσει για ζώδια. Μια πιθανή απάντηση σε ένα τέτοιο υποθετικό ερώτημα του τύπου αέρας – φωτιά, θα σήμαινε το τέλος του κόσμου όπως τον ξέραμε. Μετά το πρώτο σοκ, εγκαταλείψαμε τις περαιτέρω φιλοσοφικές συζητήσεις και αρκεστήκαμε στον καιρό.
- Το πάει για βροχή.
- Ναι θα βρέξει, παπί θα γίνουμε.
Τότε ακούστηκε μπουμπουνητό. Οι ουρανοί άνοιξαν. Το τζάμι θόλωσε και έβαλα τους υαλοκαθαριστήρες στο φουλ.
- Βάλε να δουλέψει το καλοριφέρ, θα ξεθολώσει.
- Να ‘χαμε, του απάντησα εχέμυθα.
Με κοίταξε, έβγαλε ένα πακέτο χαρτομάντιλα και άρχισε να καθαρίζει το παρμπρίζ. Έκανε κυκλάκια. Ένα σε μένα και ένα σε αυτόν. Με την επιστροφή της θαμπάδας παρασύρθηκε. Ένα «Α» στη μέση του δικού του κύκλου, έγραψε σαν υπογραφή.
- Τι κάνεις εκεί, ρε, θα μας περάσουν για αναρχικούς.
Γέλασε. Σήκωσε πάλι το δάχτυλο και σχεδίασε δυο τρίχες. μια από εδώ και μια από την άλλη, δεξιά και αριστερά της κορυφής του γράμματος. Ο κύκλος έμοιαζε τώρα με κεφάλι κούκλας.
- Χαριτωμένη.
- Την ξέρεις;
- Ποια;
- Αυτήν. Μου έδειξε το σκιτσάκι. Είχε μετατρέψει την παυλίτσα του γράμματος σε ημικύκλιο. Το πρόσωπο χαμογελούσε.
- Πας καλά;
Κάτω από την χαμογελαστή μπαλίτσα έβαλε δυο ξαπλωμένα μισοφέγγαρα και χτύπησε ακριβώς στο κέντρο τους δυο καλές παρουσίες του δείχτη του.
- Εντάξει, είναι λίγο μικρότερα, απολογήθηκε.
Δεν σχολίασα. Έριχνε καρεκλοπόδαρα και το σασί υπέφερε στο δρόμο. Άνοιξα το ραδιόφωνο. Ειδήσεις.
- Ο πατριώτης σου αποδείχθηκε άχρηστος.
- Γιατί, εσύ με ποιον είσαι;
- Με την Ελπίδα και μου έδειξε το σκίτσο. Ένωσε τα στήθη με το κεφάλι και τράβηξε κάμποσες επιπλέον γραμμές για μαλλιά. Το έκανε με τέτοια μαστοριά ώστε σε λίγο δύο πλεξούδες μόστραραν στο κεφάλι της μπάλας. Στην κάτω άκρη τους τοποθέτησε δύο τεράστιους φιόγκους.
- Είσαι καλλιτέχνης.
- Δεν βαριέσαι. Για να περνάει η ώρα.
Στο φανάρι η μηχανή φάνηκε ότι πάει να σβήσει. Πάτησα λίγο το γκάζι και μύρισε το αμάξι βενζίνη. Στο πράσινο ένα μαύρο σύννεφο έμεινε πίσω μας.
- Πρέπει να πάει για σέρβις,
- Όλος ο στόλος κινούμενες βόμβες, μου είπε με περίσκεψη.
Είχε δίκιο. Πού λεφτά για τα απαραίτητα. Άντε κανένα λάδι και αυτό σπάνια. Για τα υπόλοιπα, τον σταυρό μας. Αυτός έκανε χέρια στην κούκλα και κάτω από τα στήθη μια νέα μεγαλύτερη μπάλα.
- Είναι έγκυος;
- Όχι, παχουλή όπως και οι προσδοκίες μας….
Έκανε λίγο πίσω, την χάζεψε και ύστερα έγειρε μπροστά και πίεσε ακροθιγώς λίγο πάνω από το κάτω ημισφαίριο. Αφαλός.
- Ξαναμμένο σε βλέπω.
Ένα σκυλί πήγε να περάσει απέναντι. Πάτησα κόρνα. Σκιάχτηκε. Ευτυχώς δεν είχαμε θύματα. Αυτός ατάραχος τράβαγε τσίνορα στα πλάγια των ματιών και πόδια όσο τον έπαιρνε το τζάμι. Σκίτσαρε τριγωνάκι στη φύση της και την έντυσε.
- Τόπλες και στην παραλία.
- Έτσι είναι η Ελπίδα. Πάντα καλοκαιρινή.
Ανάβω τα φώτα ομίχλης. Πάμε σιγά και με φόβο. Λακκούβες παντού. Ανακοινώνονται τα πρώτα μέτρα της νέας κυβέρνησης. Αυτός τραβάει γωνίες πάνω από το κεφάλι της κούκλας.
- Χελιδόνια, μου λέει γελώντας.
Δεν έχει άδικο. Τα πράματα δείχνουν πως θα έρθουν νωρίτερα. Ακούω τις αντιδράσεις των ξένων. Έχουν σοκαριστεί. Χωρίς γραβάτα στην σύνοδο; Ο διπλανός μου τραβάει μια οριζόντια γραμμή και βάζει καραβάκι στην θάλασσα. Δίπλα ακριβώς από το αριστερό της χέρι πετιέται ένας όμορφος φοίνικας. Περιμένω την μαϊμού μα αναγκάζομαι να επιστρέψω στο δρόμο. Ξελαμπικάρω τον δικό μου κύκλο και συνεχίζω πορεία. Αυτός έχει αρχίσει να απλώνει κουβαδάκια, σωσίβια και μια πετσέτα στην άμμο. Ο δημοσιογράφος αρχίζει τα σχόλια. Επιτομή του φόβου. Μια αστραπή κόβει τη σύνδεση. Γλυτώσαμε. Γυρίζω σταθμό.
- Καλύτερα, μου λέει.
Ακούμε μουσική και κάνει σαν να παίζει βιολί με τα δάχτυλά του.
- Ξέρεις;
- Δούλευα χρόνια σε ορχήστρα.
Λίγο πριν την στροφή κάνουμε δεξιά και σταματάμε μπροστά στο μαγαζί. Ανοίγω την πόρτα, κατεβαίνω και τον κοιτώ. Ο μαγαζάτορας μας δείχνει την αποθήκη.
- Άντε, μεγάλε, σειρά σου, του λέω.
Μετά το ξεφόρτωμα μπήκε ασπρισμένος από το αλεύρι στο αμάξι. Όσο και να τιναχτείς, κάτι μένει. Κοίταξα την ώρα. Προλαβαίναμε. Ξανά πίσω και μετά καινούργιο δρομολόγιο.
- Λες να πληρωθούμε απόψε;
- Μπα, τέλος του μήνα και αν…
- Τι έγινε η κούκλα;
- Η Ελπίδα; Μην ανησυχείς, θα ξαναζωντανέψει με τις ανάσες μας.

Πρώτη δημοσίευση : Λογοτεχνικό περιοδικό "ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ", τ. 110 , Θεσσαλονίκη 2016, σσ. 55-8.

Wednesday, April 19, 2017

Ο χριστιανισμός και η εργασία

Σε αυτό το μικρό δοκίμιο, ο Καμιλο Μπερνέρι, ιστορική μορφή του ιταλικού και του διεθνούς αναρχικού κινήμα­τος στον μεσοπόλεμο, δολοφονηθείς από τους σταλινι­κούς στην εξεγερμένη Βαρκελώνη τον Μάη του 1937, πραγματεύεται ενα άκρως ενδιαφέρον και διαρκώς επί­καιρο ζήτημα, τη σχέση του χριστιανισμού με την εργα­σία. Γραμμένο το 1932 και ενώ ήδη ο Μπερνέρι βρι­σκόταν στην εξορία, κυνηγημένος από το φασιστικό κα­θεστώς του Μουσολίνι, ασχολείται με το πώς βλέπει την εργασία ο χριστιανισμός, ήδη από τις απαρχές του. Εδώ ο Μπερνέρι μας προσφέρει μια έννοια της εργασίας πολύ κοντά στην ψυχαναλυτική «αρχή της πραγματικό­τητας», θεωρώντάς την ως εκείνη τη συμπεριφορά που μας φέρνει σε επαφή τοσο με την ιδια την πραγματικό­τητα οσο και με την πραγματικότητα των άλλων, που συν­δέει τους ανθρώπους, σε συλλογικό αλλά και ατομικό επίπεδο, μέσω της συνεργασίας τους, με τα αντικείμενα που ικανοποιούν όχι μόνο μια υλική αλλά και μια πνευ­ματική ανάγκη. 
Επιπλέον, ο Μπερνέρι, ως ελευθεριακός επαναστάτης, αναδεικνύει και ένα άλλο σοβαρό ζήτημα μέσα από αυτή τη διαυγή ερμηνεία των διαφόρων ιστο­ρικών και ιδεολογικών εξελίξεων του χριστιανισμού και της φιλοσοφικής του θεώρησης της εργασίας: ο επανα­στάτης, κατ' αυτόν, δεν είναι εκείνος που απλώς κατα­στρέφει την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων, αλλά αυτός που δημιουργεί νέα προτάγματα και προσπαθεί να τα κάνει πραγματικότητα.

Εκδόσεις ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΚΗ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ

Friday, April 14, 2017

Καλή Ανάσταση

Νηστεύει ἡ ψυχή μου ἀπὸ πάθη
καὶ τὸ σῶμα μου ὁλόκληρο τὴν ἀκολουθεῖ.
Οἱ ἀπαραίτητες μόνο ἐπιθυμίες -
καὶ τὸ κρανίο μου ὁλημερὶς χῶρος μετανοίας
ὅπου ἡ προσευχὴ παίρνει τὸ σχῆμα θόλου.

Κύριε, ἀνῆκα στοὺς ἐχθρούς σου.
Σὺ εἶσαι ὅμως τώρα ποὺ δροσίζεις
τὸ μέτωπό μου ὡς γλυκύτατη αὔρα.
Ἔβαλες μέσα μου πένθος χαρωπὸ
καὶ γύρω μου
ὅλα πιὰ ζοῦν καὶ λάμπουν.
Σηκώνεις τὴν πέτρα - καὶ τὸ φίδι
φεύγει καὶ χάνεται.
Ἀπ᾿ τὴν ἀνατολὴ ὡς τὸ βασίλεμμα τοῦ ἥλιου
θυμᾶμαι πὼς εἶχες κάποτε σάρκα καὶ ὀστὰ γιὰ μένα.
Ἡ νύχτα καθὼς τὴν πρόσταξες ἀπαλὰ μὲ σκεπάζει
κι ὁ ὕπνος - ποὺ ἄλλοτε ἔλεγα πὼς ὁ μανδύας του
μὲ χίλια σκοτάδια εἶναι καμωμένος,
ὁ μικρὸς λυτρωτής, ὅπως ἄλλοτε ἔλεγα -
μὲ παραδίδει ταπεινὰ στὰ χέρια σου...
Μὲ τὴ χάρη σου ζῶ τὴν πρώτη λύτρωσή μου.

"Ἀπολέλυσαι τῆς ἀσθενείας σου"  Νίκος Καρούζος

Thursday, April 13, 2017

Εκ βάθους κοιλίας

Του Δημήτρη Ουλή

Να τελειώνουμε κάποτε με αυτήν την υποκρισία. Δεν έχει νόημα να νηστεύεις τα αυγά και το τυρί, όταν νηστεύεις την πατρίδα, τη ζωή και τα όνειρά σου. Δεν έχει καμία σημασία αν βάζεις λάδι στο ρεβίθι, όταν έχεις ξεπουληθεί εκατό φορές ραγιάς και τσουτσέκι. Αρκεί η νηστεία που μας επιβάλλουν τα μνημόνια. Όποιος θέλει περισσότερη, αν δεν παραδεχτεί τη μαζοχιστική του παρέκκλιση, ας μας εξηγήσει τουλάχιστον το νόημα της πράξης του. Πού αποσκοπεί, επιτέλους, η νηστεία; Στη χαλιναγώγηση των παθών μας; Στην καθυπόταξη του «δαίμονα» της κοιλίας μας; Μα, αποτελεί κοινό τόπο της εμπειρίας μας ότι η νηστεία δεν κατευνάζει τα πάθη, αλλά τα βάζει απλώς σε παρένθεση – και επομένως μακροπρόθεσμα, τα διεγείρει. Το βλέπουμε ξεκάθαρα στην περίπτωση του φαγητού: πέφτουμε το Πάσχα σαν τα όρνεα πάνω στους οβελίες, τα κοκορέτσια, τα αυγά και τη μαγειρίτσα, όχι επειδή καταφέραμε να δαμάσουμε την κοιλία μας, αλλά επειδή αναστείλαμε απλώς για σαράντα μέρες την κατανάλωσή τους. Και τώρα, την τεσσαρακοστή πρώτη, είμαστε πλέον έτοιμοι να πάρουμε τη ρεβάνς.

Η αναβολή της ικανοποίησης ισχυροποιεί την επιθυμία, μας λέει η ψυχανάλυση. Εξ ου και η νηστεία εξυπηρετεί θαυμάσια τα προτάγματα του καταναλωτισμού. Ακόμα πιο εξοργιστική από τη νηστεία, ωστόσο, θεωρώ τη μεταμοντέρνα σκηνοθεσία της – δηλαδή την προσομοίωσή της. Διότι τι άλλο συνιστά εν τέλει ο θεσμός της «Mac Σαρακοστής», πέρα από μία προσομοίωση νηστείας; Ένας ολόκληρος ιδεολογικός μηχανισμός έχει στηθεί (συχνά με την ανοχή της επίσημης Εκκλησίας), προκειμένου να μας πείσει ότι, λίγο-πολύ, νηστεία σημαίνει αλλαγή διαιτολογίου. Τίποτε το ιδιαιτέρως ασκητικό δεν πιστεύω εν τούτοις ότι υπάρχει σε ένα χάμπουργκερ με μπιφτέκι λαχανικών ή σόγιας. Και καμία ιδιαίτερη πνευματικότητα δεν μπορώ να προσποριστώ από τα φρέσκα θαλασσινά, τα χταποδάκια, τις γαρίδες και τις «νηστίσιμες» μακαρονάδες, οι οποίες κοσμούν αυτήν την περίοδο τόσο συχνά το μεσημεριανό μας τραπέζι. Εχω ανάγκη από πολύ σοβαρότερα κριτήρια για να νοηματοδοτήσω την πρακτική της νηστείας. Ειδάλλως, αισθάνομαι απλώς ότι επιδίδομαι σε αυτοεμπαιγμό.

Νηστεύω την πατρίδα, τη ζωή και τα όνειρά μου. Όχι κατά τρόπο θρησκευτικό ή εθιμοτυπικό, αλλά κυριολεκτικά και εν τοις πράγμασι. Γι’ αυτό και η μοναδική νηστεία που θα είχε νόημα για μένα κατά διάρκεια της Σαρακοστής είναι η νηστεία από την ετοιματζίδικη ευλάβεια και την ταχυφαγική ασκητικότητα, η αποχή από τον κυνισμό, την ιδιωτεία και την επιθετικότητα, στις οποίες μας έχει εξωθήσει προ πολλού η πολιτική, οικονομική και θρησκευτική ηγεσία της αποικίας, η αυστηρή εγκράτεια απέναντι στην τελετουργική τυπολατρεία και τον γλυκερό συναισθηματισμό του Ιησού από τη Ναζαρέτ. Και η αποταγή ενός καταναλωτικού συστήματος αξιών, το οποίο πασχίζει να συρρικνώσει την επιθυμία μου στο επίπεδο ενός σκύλου που ικετεύει για το κόκκαλό του.

Αναλογιστείτε όσα σας γράφω σύντροφοι, και μην με παρεξηγήσετε. Όσο για τους κρεοπώλες, θα σας συμβούλευα να μην τους ενοχλείτε την εβδομάδα που έρχεται. Έχουν χιλιάδες αρνιά να σφάξουν μέχρι το Πάσχα.

Πηγή: Δρόμος της Αριστερας

Wednesday, April 12, 2017

Η λεηλασία των κοινών, ο κρατισμός και ο νεοφιλελευθερισμός

Του Γιώργου Ρακκά

Συζητείται συχνά από τον καθημαγμένο και απελπισμένο ελληνικό λαό, για το που θα φτάσει η λεηλασία της ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας μετά το σαρωτικό κάζο της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.

Είναι επόμενο, μετά από ένα σαρωτικό κρεσέντο του πιο αρτηριοσκληρωτικού κρατισμού, που θυσίασε αποδεδειγμένα το δημόσιο συμφέρον στην προάσπιση οργανωμένων συμφερόντων-καρτέλ που δρουν εντός των θεσμών και των μηχανισμών της ελληνικής κοινωνίας, η πλάστιγγα να γείρει προς το άλλο άκρο: Έτσι εξ αντανακλάσεως, και μόνο επειδή το μπλοκ των κρατιστών αποδείχθηκε τραγικό στο τιμόνι της διαχείρισης, κερδίζουν πλέον το πάνω χέρι και μέσα στην κοινωνία απόψεις και αντιλήψεις που διολισθαίνουν στο άλλο άκρο: Αυτό της εξαφάνισης του δημοσίου, και της ολοκληρωτικής εκποίησης των κοινών στο όνομα της κρατικής αναποτελεσματικότητας.

Χαρακτηριστική ήταν, ως προς αυτό, η πρόσφατη διαμάχη στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης γύρω από την εγκατάσταση (κρατικά επιδοτούμενων, ας μην το ξεχνάμε) Βιομηχανικών Αιολικών Πάρκων σε νησιά του Αιγαίου, και συγκεκριμένα στην Πάρο: Σε αυτό το ζήτημα, θα ξεσπάσει μια ακραία και διόλου παραγωγική διαμάχη, στην οποία όποιοι αντιδρούν καταδικάζονται συλλήβδην ως εχθροί της εξόδου της χώρας από την κρίση, «ψεκασμένοι», οπισθοδρομικοί που «επιθυμούν να κάνουν την Ελλάδα, Βενεζουέλα».

Σε αυτό το κλίμα προφανώς, κανείς δεν μπορεί να διεξάγει μια σοβαρή συζήτηση για το βασικό επίδικο της διαμάχης, δηλαδή γύρω από το περιεχόμενο του μοντέλου ανάπτυξης που είναι σε θέση να βγάλει την χώρα από την κρίση: Άραγε η πριμοδότηση κρατικοδίαιτων ενεργειακών εταιρειών συνιστά όντως «επένδυση» ή μήπως η εγκατάσταση τεράστιας έκτασης ΒΑΠΕ, δεσμεύει χώρο και προκαταλαμβάνει της χρήσεις του απαγορεύοντας στις τοπικές κοινωνίες να αναπτύξει άλλες μορφές επιχειρηματικότητας με απείρως περισσότερες δυνατότητες βιωσιμότητας; Και τι είναι άραγε ποιο συμφέρον, να πριμοδοτήσει κανείς ένα ολοκληρωμένο σχέδιο αγροτικής/κτηνοτροφικής και μεταποιητικής δραστηριότητας που να αναδεικνύει τα συγγνωστά συγκριτικά πλεονεκτήματα ποιότητας της χώρας; Μήπως θα έπρεπε, σε ό,τι αφορά στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, να πριμοδοτηθεί η παραγωγή νέων μορφών μικρής και μεσαίας παραγωγής, που να ευνοεί στην αξιοποίηση της εγχώριας τεχνογνωσίας (γύρω από ήπιες ανεμογεννήτριες καθέτου περιστροφής, ή πρότυπους ηλιοσυλλέκτες που βρίσκονται σε στάδιο έρευνας και εξέλιξης); Ή μήπως θα πρέπει να επιμείνουμε να πριμοδοτούμε την παραγωγή της γερμανικής υλικοτεχνικής υποδομής των ΑΠΕ βαφτίζοντας ανάπτυξη την «διόγκωση των ελλειμμάτων»;

Δυστυχώς αυτή η κουβέντα αποτρέπεται σήμερα στην Ελλάδα στο όνομα της «αναγωγής στην κεντρική πολιτική αντιπαράθεση» –της αναγκαιότητας, δηλαδή να φύγει ο ΣΥΡΙΖΑ από την εξουσία: Η προτεραιότητά της είναι απολύτως σεβαστή, ωστόσο, γιατί άραγε να μην μπορεί να γίνει αντιπολίτευση από την σκοπιά του δημοσίου συμφέροντος και θα πρέπει να διολισθήσουμε σε μια πολιτική ηγεμονία των δυνάμεων της αγοράς; Και μάλιστα πότε; Σε μια στιγμή που το υπόδειγμα του μηδαμινού κράτους που προώθησε φανατικά η παγκοσμιοποίηση καταρρέει, και όλοι οι δανειστές μας επιστρέφουν στην αναζήτηση υβριδικών μοντέλων, που επιστρέφουν μεγάλα τμήματα της οικονομίας υπό αυστηρή κρατική επίβλεψη και οριοθέτηση, εμείς για να πάει η Ελλάδα μπροστά καλούμαστε να γυρίσουμε πίσω σε λογικές που κυριάρχησαν το… 1990, δηλαδή 20 χρόνια πριν.

Εν τω μεταξύ η ίδια η κυβέρνηση, η αξιωματική αντιπολίτευση, οι δανειστές, και οι ξένες μεγάλες εταιρείες προετοιμάζονται ήδη για την επόμενη, ‘μετα-μνημονιακή’ Ελλάδα. Προωθούν ένα μοντέλο ανάπτυξη στο οποίο η χώρα έχει καταστεί ‘δαντέλα’, ανίκανη να ανταπεξέλθει στον στοιχειώδη σχεδιασμό, στην ενδυνάμωση των ενδογενών οικονομικών κυκλωμάτων, την πολιτιστική ισχυροποίηση της χώρας.

Στο πλαίσιο τα πάντα γίνονται αντικείμενο-στόχος μιας κερδοσκοπικής λογικής που προωθείται κεκαλυμμένη υπό τον μανδύα της ‘εξόδου από την κρίση’. Βαφτίζουμε δηλαδή την «αρπαχτή», ανάπτυξη –λες και υπάρχει σοβαρή διαφορά μεταξύ κρατικής και ιδιωτικής αρπαχτής: Προσφάτως στην Θεσσαλονίκη, υπό την αιγίδα και την συμμετοχή ιδρυμάτων όπως του Ροκφέλερ και της Παγκόσμια Τράπεζα, συζητήθηκε το πώς θα ‘αξιοποιηθεί’ το παραλιακό μέτωπο, που προσφάτως αναπλάστηκε, με διεθνή βραβεία για τον νέο αρχιτεκτονικό του σχεδιασμό, και σήμερα λειτουργεί ως ελεύθερο πάρκο πρασίνου και αναψυχής προσελκύοντας κάθε βδομάδα εκατοντάδες χιλιάδες κόσμου που το χαίρονται ελεύθερα. Κάτι που δεν φτάνει για την οικεία δημοτική αρχή, και τους διεθνείς οργανισμούς με τους οποίους συνεργάζεται και γι’ αυτό προέβησαν σε έναν σχεδιασμό που περιλαμβάνει την κατασκευή υποδομών για κρουαζιερόπλοια και σκάφη αναψυχής, πλωτές πισίνες και τεχνητές παραλίες: Κοινώς ένα τεράστιο, ‘ανοιχτό’ ξενοδοχείο. Αυτό, σε μια πόλη που η ανεργία της έχει αγγίξει το 60%, ονομάζεται… ανάπτυξη. Όπως ‘αξιοποίηση’ ονομάζεται και μια αντίληψη που επιθυμεί την… ιδιωτικοποίηση του περιαστικού δάσους της Θεσσαλονίκης, ώστε αυτό να πάψει να είναι δάσος και να μεταβληθεί σε πάρκο αναψυχής με ψησταριές, αναψυκτήρια και άλλα πολιτιστικά installation.

Άραγε γιατί η ανάπτυξη ενός τέτοιου μοντέλου, που θα σημάνει την περαιτέρω πολιτιστική υποβάθμιση της χώρας, να θεωρείται ως ‘ανάταση από την κρίση’ και διέξοδος από το τέλμα του failed state, που ζούμε σήμερα και όχι ως απλώς η επόμενη φάση της αποσύνθεσης;

Τι έχει συμβεί; Ο ΣΥΡΙΖΑ και οι ΑΝΕΛ πήραν την κυβερνητική σκυτάλη από τους ‘μνημονιακούς’, και το δικομματικό πολιτικό κατεστημένο. Το τελευταίο, στις διάφορες κυβερνητικές εκφράσεις που ξέσπασε το 2010 είχε εκχωρήσει ορισμένα τμήματα μόνο της κρατικής κυριαρχίας στους δανειστές: Την κατάρτιση της δημοσιονομικής πολιτικής (σίγουρα), τον περιορισμό της κοινωνικής πολιτικής, μια σειρά επιλεκτικών ιδιωτικοποιήσεων. Ωστόσο, η διακυβέρνηση των δήθεν αντιμνημονιακών, θα κάνει τα πράγματα πολύ χειρότερα, ‘κανονικοποιώντας’ το μνημόνιο σε κάθε πτυχή του οικονομικού βίου της χώρας: Πλέον, υπό λεηλασία τέθηκαν όλες οι δημόσιες υποδομές της χώρας, το τραπεζικό της σύστημα, η ΔΕΗ. Και μαζί με αυτά, σε περιφερειακό και τοπικό επίπεδο απειλείται σχεδόν κάθε έκφραση των «κοινών»: Ελεύθεροι χώροι, δημοτικές υποδομές, φυσικοί πόροι, η πρόσβαση σε κλάδους πρωτογενούς και δευτερογενούς παραγωγής που θεωρούνται ως συγκριτικό πλεονέκτημα της χώρας (βλέπε τσάκισμα της μικρής και μεσαίας αγροτικής ιδιοκτησίας, η προσπάθεια για την συγκεντροποίηση των ελαιοτριβείων, και των αποστακτηρίων κ.ο.κ.) ακόμα και η ιστορία και ο πολιτισμός αν συνυπολογίσουμε και το νέο κύμα εθνομηδενισμού που ενορχηστρώνεται από το ίδιο το Υπουργείο Παιδείας, τίθονται προς εκποίηση.

Το πολιτικό σύστημα αδυνατεί να τους σταματήσει. Αποδεικνύεται περίτρανα ότι το δίπολο κρατισμός-νεοφιλελευθερισμός, σύγχρονο παράγωγο του διπόλου αριστερά-δεξιά, αδυνατεί να δώσει βιώσιμη διέξοδο. Και πώς να δώσει όταν η κυρίαρχη έκφραση τόσο του δημοσίου τομέα, όσο και του ιδιωτικού στην χώρα μας βουλιάζει στην χειρότερη εκδοχή παρασιτισμού;

Ας πάρουμε το ζήτημα των μη-κρατικών πανεπιστημίων, που επανέρχεται διαρκώς στην συζήτηση: Στο μέτρο που μη-κρατικά δεν σημαίνει «ιδιωτικά», αλλά παραπέμπει στην ανάπτυξη μορφών κοινωνικής οικονομίας, και υπό την προϋπόθεση ύπαρξης αυστηρών κανόνων για το περιεχόμενο και τους προσανατολισμούς της παρεχόμενης εκπαίδευσης, δεν υπάρχει κανένας λογικός άνθρωπος που να μην δεχόταν να συζητήσει αυτήν την προοπτική. Ωστόσο σήμερα τι θα σήμαιναν στην πράξη τα μη-κρατικά πανεπιστήμια; Ότι θα κάνει, για παράδειγμα, το ΕΛΙΑΜΕΠ σε συνεργασία με τον Δήμο Αθηναίων πανεπιστήμιο για τις διεθνείς σχέσεις; Μήπως Ιδρύματα, όπως αυτό του Σόρος, ή του Φορντ και του Ροκφέλλερ δεν θα αναμειχθούν άραγε σε αυτήν την διαδικασία; Αυτή τη στιγμή, η Ελλάδα διαθέτει μια μη-κρατική μεταναστευτική πολιτική, υλοποιημένη υπό τις διάφορες ΜΚΟ, με τα γνωστά αποτελέσματα για την συνοχή και την βιωσιμότητα της χώρας. Θα θέλαμε, άραγε, να εξαπλωθεί αυτή η κατάσταση και στην εκπαιδευτική πολιτική, που ουσιαστικά θα συνεπάγεται και την απώλεια κρατικής κυριαρχίας και στον χώρο της Παιδείας; Πως άραγε θα λειτουργήσει μια τέτοια επιλογή θετικά ή αρνητικά ως προς τα εθνικά μας συμφέροντα και την έξοδο της χώρας μας από την κρίση; Μήπως το πρόβλημα της Παιδείας δεν είναι κατ αρχάς πρόβλημα οργανωτικής μορφής αλλά πρόβλημα περιεχομένου; Δηλαδή πρόβλημα αξιών, εκπαιδευτικών κατευθύνσεων, καθώς και του γεγονότος ότι όλα τα ενεργά υποκείμενα που εμπλέκονται στην εκπαιδευτική διαδικασία τείνουν να αντιμετωπίζουν το σχολείο και το πανεπιστήμιο χρησιμοθηρικά; Είναι προφανές ότι δεν μπορούμε να υποβαθμίσουμε ένα μείζον κατ ουσίαν πολιτιστικό πρόβλημα σε πρόβλημα οργανωτικής διάταξης. Αν αυτό γίνεται μέσα από την διαμάχη κρατιστών-νεοφιλελεύθερων για την Παιδεία, ο μόνος που την πληρώνει είναι η ίδια η Παιδεία.

Και αυτό ισχύει σε ευρύτερο επίπεδο: Τα πράγματα, πλέον, είναι αρκετά ξεκάθαρα: Η χώρα απειλείται από παντού, κινδυνεύει να καταρρεύσει σε κάθε της επίπεδο. Όλα τα επίπεδα, κατά συνέπεια, συνδέονται, και άρα δεν νοείται πατριωτισμός δίχως την ανασυγκρότηση όλων των «κοινών»· δεν νοείται παραγωγική αναγέννηση δίχως την στοιχειώδη αποκατάσταση των κρατικών λειτουργιών· και δεν νοείται επιχειρηματικότητα δίχως να δοθεί έμφαση στην παιδεία και τον πολιτισμό –όχι με τον τρόπο που το λένε οι πολιτικοί στις σχολικές γιορτές ή κατά τις ομιλίες τους σε πολιτιστικά γεγονότα– αλλά επειδή διαθέτουμε συγκριτικό πλεονέκτημα σε αυτούς τους τομείς και θα πρέπει να το αξιοποιήσουμε αποφασιστικά.

Ούτε ο κρατισμός, ούτε ο νεοφιλελευθερισμός δεν είναι τα οργανωτικά σχήματα εκείνα που μπορούν σήμερα να απαντήσουν σε αυτά τα ζωτικά ζητήματα που αντιμετωπίζει σήμερα ο ελληνισμός. Είναι σαφές αυτό σε όσους έχουν μια εμπειρική σχέση τόσο με τον δημόσιο όσο και με τον ιδιωτικό τομέα στην Ελλάδα σήμερα. Ωστόσο, και αυτή η εκδοχή εμφυλίου είναι απαραίτητη στο ελληνικό πολιτικό σύστημα, και την υπάρχουσα κομματική διάταξη προκειμένου να επιβιώσει.

Sunday, April 9, 2017

Το ναυάγιο της αριστεράς

Του Ζακ Ελλύλ

Ο Ζακ Ελλύλ θεωρείται ένας από τους επιφανείς Γάλλους στοχαστές που θα εστιάσουν την κριτική τους σκέψη στην απόρριψη του ληστρικού μοντέλου ανάπτυξης, της εμπορευματοποίησης των πάντων, και της υποδούλωσης του ανθρώπου στο τεχνολογικό σύστημα που επιφυλάσσει στις κοινωνίες ο σύγχρονος οικονομικός ολοκληρωτισμός. Για το έργο του, θεωρείται ένας από τους πρόδρομους του ρεύματος της «αποανάπτυξης», και έχει επηρεάσει αποφασιστικά τα κινήματα για την διάσωση του περιβάλλοντος, και την υπεράσπιση της «ανθρωπινότητας» των σύγχρονων κοινωνιών, ενάντια στην οικονομική αναγκαιότητα.

Το παρόν αποτελεί απόσπασμα βιβλίου του, που κυκλοφόρησε το 1978 στα αγγλικά με τίτλο Η προδοσία της Δύσης (The Betrayal of the West).

***

Ποιά είναι σήμερα η θέση της αριστεράς σε σχέση με τους φτωχούς, που αποτελούσαν τον μοναδικό λόγο της ύπαρξής της; Η αποτρόπαια μοίρα του Μαχνό δεν ήταν, στο κάτω κάτω της γραφής, ένα ατύχημα, ένας λάθος, μια λησμονημένη απόκλιση την οποία έχουν μετανοιώσει. Όχι· αποτέλεσε την αφετηρία μιας εξέλιξης που ξεδιπλώθηκε με μια αυστηρή αλληλουχία, για να προκαλέσει μεγάλο όνειδος στην Αριστερά. Όχι μόνον αυτό, αλλά ήταν ήδη εγγραμμένη στην πανούργια διάκριση στρατηγικής και τακτικής που πραγματοποίησε ο Λένιν. Ο οποίος είπε, όπως καθένας γνωρίζει, ότι πρώτα πρέπει να εκτιμάει κανείς τις πιθανότητες που έχει μια επανάσταση· να επιλέξει εκείνους που μπορούν να την υπηρετήσουν, να συμμαχήσει με οποιεσδήποτε δυνάμεις συμβάλουν επί της παρούσας, εκούσια ή ακούσια, στην προώθηση της επανάστασης, και να διαχωρίσει την θέση του από εκείνες που μπορεί να στρατευτούν εναντίον της.



Έτσι η αριστερά, θα καταγγείλει την επανάσταση των Τσέχων εναντίον της Αυστρο-Ουγγρικής καταπίεσης. Αργότερα, θα συμμαχήσει με τον Χίτλερ. Μερικές δεκαετίες πριν, θα συντρίψει τους Σπαρτακιστές και την Ρόζα Λούξεμπουργκ. Οι φτωχοί; Δεν είναι παρά μόνο ένα πιόνι στην σκακιέρα, ένας ‘μοχλός’ που υπακούει σε στρατηγικές ή τακτικές αναγκαιότητες, ένας εφεδρικός στρατός. Εάν το άνεργο προλεταριάτο αποτελεί τον εφεδρικό στρατό του κεφαλαίου, το φτωχό προλεταριάτο δεν αντιπροσωπεύει τίποτα άλλο, παρομοίως, πέρα από την δεξαμενή εργατικών χεριών και την εφεδρεία της επανάστασης. Η επανάσταση έχει μεταβληθεί σε ένα είδος υπερβατικής θεότητας, και η αναφορά του ονόματός της και μόνο παρέχει τον υπέρτατο Λόγο, την απόλυτη νομιμοποίηση, τον σκοπό που καθαγιάζει όλα τα μέσα, το μέτρο των πάντων. Οι φτωχοί δεν έχουν καμία αξία από μόνοι τους· δεν υποστηρίζονται και προστατεύονται απλώς επειδή είναι φτωχοί, καταπιεσμένοι και αλλοτριωμένοι. Η αριστερά ‘ενδιαφέρεται’ για την κατηγορία των φτωχών μόνο και μόνο στον βαθμό που εκείνοι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στο μεγάλο σχέδιο, και μπορούν να αποτελέσουν μέρος του. Δηλαδή, η αριστερά ενδιαφέρεται για τους φτωχούς στο μέτρο που αυτοί αποδέχονται να λειτουργήσουν ως πιόνια, ως δεξαμενή εργατικών χεριών, ως ανώνυμοι στρατιώτες η ενότητά των οποίων προσιδιάζει σε στρατό.

Η οργανωμένη αριστερά έχει μεταβληθεί σε ένα είδος στρατηγού, για τον οποίον τα στρατεύματά του χρησιμεύουν μόνον ως μέσο για την επικράτησή του στο πεδίο της μάχης. Η ανθρώπινη πραγματικότητα του στρατιώτη που υποφέρει υπό τις διαταγές του, είναι εντελώς ξένη για τον στρατηγό αυτό. Αυτή ακριβώς είναι η στάση της Αριστεράς απέναντι στους φτωχούς […]

Η Αριστερά έχει πλέον καταστεί εξίσου υποκριτική και ψεύτρα όπως και οι μπουρζουάδες, επειδή συνεχίζει να προβάλει αυτό που θεωρεί ως την μεγάλη της αρετή: Την υπεράσπιση των φτωχών. Συνεχίζει να αυτοπαρουσιάζεται ως προστάτρια των τάξεων εκείνων που ζουν στην καταφρόνια· αλλά ψεύδεται. Η Αριστερά υπερασπίζεται και υποστηρίζει μόνον εκείνους τους φτωχούς που μπορούν να της αποβούν χρήσιμοι, μόνο τους ανθρώπους που μπορεί να τους χρησιμοποιήσει στο πλαίσιο της προπαγάνδας της ή της άμεσής της δράσης. Έτσι, χρησιμοποιεί τους φτωχούς με τον ίδιο τρόπο που το κάνει ο καπιταλισμός: Τους εκμεταλλεύεται. Τους καθοδηγεί δίχως να τους αποκαλύψει τις πραγματικές της διαθέσεις. Τους λέει ψέμματα καθημερινά.

[ ]

Όταν υπάρχουν τόσες πολλές ομάδες που είναι εξίσου φτωχοί και καταπιεσμένοι, γιατί η Αριστερά επιλέγει να υπερασπίσει μόνον μερικούς από αυτούς, ενώ όχι μόνον αγνοεί τους υπολοίπους, αλλά τους καταγγέλλει, δείχνοντάς τους την περιφρόνησή της, καθιστώντας τους το αντικείμενο του μίσους της; Γιατί; Για εντελώς τακτικούς σκοπούς.

[ ]

Έτσι, άπαξ και εγκαθιδρυθεί ένα κομμουνιστικό καθεστώς, δεν υπάρχουν πλέον φτωχοί! Αυτοί που εξεγείρονται ξαφνικά μεταβάλλονται σε επικίνδυνους αντεπαναστάτες που πρέπει να συντριβούν. Η άθλια κατάσταση των αγροτών στην Ρωσία ή η φτώχεια των μαζών στην Αλγερία δεν υπάρχουν! Και το ίδιο ισχύει για αμέτρητα παραδείγματα που κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει. Σε ένα κομμουνιστικό καθεστώς δεν επιτρέπεται στους φτωχούς να είναι φτωχοί, ούτε βέβαια να εξεγερθούν στις νέες μορφές καταπίεσης. Αυτός είναι ο κυριότερος νόμος της τακτικής που κυβερνά. [ ] Γιατί; Το να ομολογήσει κανείς κάτι τέτοιο θα υπηρετούσε τους εχθρούς της επανάστασης.

Η Αριστερά είναι βουτηγμένη μέχρι το λαιμό στα ψέματα. Από καμία άποψη δεν αντιπροσωπεύει τους φτωχούς· από καμία άποψη δεν τους υπερασπίζεται. Τους στέρησε την θρησκευτική αυταπάτη ενός παραδείσου των ουρανών, και τους έδωσε σε αντάλλαγμα την πολιτική αυταπάτη ενός παραδείσου επί της γης. Σε σχέση με τους φτωχούς, η Αριστερά τους μεταχειρίζεται ακριβώς όπως η μπουρζουάδικη εκκλησία του 19ου αιώνα. Έχει τα ίδια χαρακτηριστικά με αυτήν και εκφράζει την ίδια περιφρόνηση. Όπως οι μπουρζουάδες Χριστιανοί του 19ου αιώνα, η Αριστερά διαχωρίζει μεταξύ των ‘καλών φτωχών’ (αυτών που προχωρούν συντεταγμένα στην γραμμή, που λειτουργούν σαν τους καλούς αμνούς της επανάστασης, που μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο εκμετάλλευσης από την προπαγάνδα) και των ‘κακών φτωχών’ (εκείνων που αρνούνται να θεωρήσουν τους εαυτούς τους ως προνομιούχους μέσα σε ένα κομμουνιστικό καθεστώς, που εξεγείρονται μόνο και μόνο επειδή είναι δυσαρεστημένοι, δίχως να δίνουν τροφή σε ένα σχέδιο παγκόσμιας επανάστασης, εκείνους που αντιπροσωπεύουν τις παραδοσιακές αξίες και μια παραδοσιακή κουλτούρα). Αυτοί οι κακοί φτωχοί πρέπει απλώς να καταπιέζονται.

[ ]

Η Αριστερά, όπως και ο καπιταλισμός, ταυτίζει με την ελευθερία με την δική της δικτατορία. Ο Λόγος έχει μεταμορφωθεί στην πιο εκχυδαϊσμένη εκδοχή σεχταριστικής ορθολογικότητας. Ο άνθρωπος έχει εξαφανιστεί μέσα στην ισχυροποίηση του συνόλου. Η Ιστορία ως προϊόν του ανθρώπου αντικαταστάθηκε από μια θεοποιημένη ιστορία που ξεδιπλώνεται με έναν ζοφερά αυτοματικό τρόπο.

[ ]

Αντιμετωπίζοντας αυτές τις αδήριτες πραγματικότητες, δεν μπορούμε παρά να αναρωτηθούμε: Πως συνέβη αυτή η μεταστροφή; Πως ο καθαρός χρυσός μεταβλήθηκε τόσο εύκολα σε άνθρακες; Πιστεύω ότι η απάντηση κρύβεται στην πρόκληση εκείνη που η αριστερά δεν μπόρεσε ποτέ να αντιμετωπίσει: Την πρόκληση της εξουσίας· τα πάντα, απορρέουν από αυτήν. Έδειξα ότι η προδοσία των φτωχών, που οδήγησε με την σειρά της σε μια αλληλουχία αρνήσεων και παρακτροπών, συνδέεται με μια έξυπνη διευθέτηση στην σχέση τακτικής και στρατηγικής, σκοπού και μέσων. Αλλά η τακτική και η στρατηγική με την σειρά τους θα πρέπει να διαμορφώνονται και να οργανώνονται υπακούοντας μόνον έναν σκοπό: Την κατάκτηση της εξουσίας. Η πολιτική εξουσία αποτέλεσε ταυτόχρονα την ιδέα και την επιθυμία που οδήγησαν στην μεγάλη προδοσία, ήδη πριν πραγματοποιηθεί η ανάληψη και η άσκηση της εξουσίας. Πόσο χειρότερη έγινε η κατάσταση, όταν η Αριστερά κατέκτησε την εξουσία! Εκείνη την στιγμή, άνοιξαν οι ασκοί του Αιόλου, και η κατάκτηση της εξουσίας αποκάλυψε την αριστερά και τους αντιπροσώπους τους ως αυτό που πραγματικά ήταν· αποκαλύφθηκε η ολοκληρωτική ανεπάρκειά της, από πνευματικής, ηθικής, δογματικής, ψυχικής, πνευματικής, θεωρητικής και εν τέλει ανθρώπινης άποψης!

1978

Πηγή: Blog skatzoxoiros

Thursday, March 23, 2017

Αντιεξουσιαστές και Ληστές στα βουνά της Ελλάδας (Α΄ 1821-1871)

«Κάλλια στο κλαρί πέρι στο κλουβί» (Μανιάτικη παροιμία)
«Η διαφορά του αντιεξουσιαστή των βουνών με τον ‘‘ευτακτούντα’’ πολίτη είναι όπως του λύκου με το σκύλο. Ο Άνθρωπος – Αφέντης κρίνει τον λύκο για “κακό”, επειδή δεν τον εξυπηρετεί αλλά τον ζημιώνει, ενώ αντίθετα, θεωρεί το σκύλο “καλό”, επειδή του είναι υποταγμένος».

Ο συγγραφέας (Κυριάκος Κάσσης) από τον πρόλογο αποσαφηνίζει το τίτλο μιας έκδοσης δουλεμένης με μεράκι, σε μια γλώσσα που κυλάει σα το γάργαρο νερό χωρίς περιττά φτιασίδια διανθισμένης με επιστολές ληστών, δημοτικά τραγούδια και βασισμένης σε μια πληθωρική πράγματι βιβλιογραφία.

«Το “Στα βουνά της Ελλάδας” του τίτλου δίνει τον τόπο, αλλά και την αντιδιαστολή από άλλους ληστές που ζούσαν και ζουν στις πόλεις. Η συνεχής αντιπαράθεση εξουσίας κρατικής, ελεύθερου φρονήματος και αναρχοατομιστικής αντίληψης της ζωής, από τους κατοίκους του νεαρού κράτους, γέννησε ένα πλήθος συγκρούσεων της πρώτης με το δεύτερο. Ολόκληρη κατηγορία ανθρώπων της ελληνικής υπαίθρου αποτελούσαν οι “φευγόδικοι” ή “φυγόδικοι” ή “ντερματζήδες” (=ενταλματίαι): Και οι περισσότεροι απ’ αυτούς είχαν αναγκαστεί να καταφύγουν σε ήδη προϋπάρχουσα στα βουνά αντάρτικη ομάδα που αποτελούσαν έμπειροι «ληστοφυγόδικοι» που είχαν σαν κύριο τρόπο ζωής τη ληστεία».

Ο συγγραφέας αναφερόμενος στους «Κλέφτες» εξηγεί ότι ήταν λαϊκοί επαναστάτες που εναντιωνόντουσαν στους κρατικούς φορείς είτε αυτοί ήταν οι τουρκικές αρχές, είτε οι αρματολοί, οι καπετάνιοι και οι κοτζαμπάσηδες. «Αυτούς το νέο καθεστώς της Ελλάδας τους ονόμασε «ληστές». Ήταν οι άνθρωποι με αυξημένο αίσθημα ελευθερίας, έτσι που αυτό να ξεπερνά την «λογική» της υπομονετικής ένταξης στο κράτος».

Αυτούς τους εξεγερμένους απλούς ανθρώπους τους αντιμετώπιζε όχι απλά με κρυφό θαυμασμό αλλά και με αγάπη ο απλός κατατρεγμένος, από Βαυαρούς και έλληνες αφεντάδες, κόσμος.

«Τους νιώθανε τους ληστές, όπως τους τσιγγάνους, σαν ένα μικρό παραθυράκι προς το φως, μέσα από το ασφυκτικά κλεισμένο μπουντρούμι που τους είχε ρίξει ανασφαλείς, φοβισμένους απέναντι στη δύναμή του, και “εθελοντές” εξουσιαζόμενους η “ασφαλής και γλυκιά βία και αλλοτρίωση του κράτους”. Το κομμάτι εκείνο του ληστή που ήταν επαναστατικό τους γοήτευε. Το άλλο το “εγκληματικό” του κομμάτι, αν δεν ήταν οφθαλμοφανώς απάνθρωπο, τους το συγχωρούσαν. Αυτοί οι λόγοι ήταν που δυσκόλεψαν τα κράτος εκατό χρόνια να εξαλείψει την ληστοκρατία».

Εκατοντάδες τέτοιοι άνθρωποι παρουσιάζονται στις σελίδες του βιβλίου. Από τους εξεγερμένους Μανιάτες το 1834 μέχρι τον Νταβέλη, το Καλαμπαλίκη, το Γιαγκούλα, τους Λύγκους, την Πενταγιώτισσα και τους συντρόφους της, τις αιχμαλωσίες και απαγωγές γάλλων και άγγλων αξιωματικών, δημάρχων, εισαγγελέων, ευγενών και τσιφλικάδων, τις επικηρύξεις το ανελέητο κυνηγητό από τα στρατιωτικά αποσπάσματα…

Στο πρώτο μέρος του βιβλίου ο συγγραφέας αναφέρεται στη προσωπική ζωή των ληστών, ποιοι και γιατί γίνονταν ληστές, στην οργάνωση της ζωής στο «κλαρί», στο ληστρικό κώδικα, στις σχέσεις τους με τις γυναίκες, αλλά και στα μέτρα καταστολής της ληστείας (την επικήρυξη, την Αμνηστεία και τη Χάρη, τις ποινές για τη ληστεία και τις επιβραβεύσεις διωκτών, καταδοτών κ.λπ.)

Στο δεύτερο μέρος καταπιάνεται με το Βίο και τη Πολιτεία Ληστών, με τρία κεφάλαια: από την αρχαιότητα ως το 1821 και από εκεί μέχρι τη περίοδο του Καποδίστρια και τη κατοπινή ίδρυση του Ελληνοβαυαρικού κράτους.

Στο τρίτο μέρος περνάει στην Οθωνική Περίοδο και τη πρώτη Ληστοκρατία πάλι με τρία κεφάλαια: Βαυαροκρατία και Μοναρχία (1831-1843), Το Πρώτο Σύνταγμα και η Δεύτερη Οθωνική Περίοδος (1844-1863) και τη Νέα Βασιλεία και τη Νέα Ληστοκρατία (1864-1870).

«Τα τάγματα πλακώσανε, να πιάσουνε το Γιάννη
Η παγανιά τους έζωσε, το φύλλο το χορτάρι.
Κανένας δεν τους ζύγωνε, κανείς δεν τους ζυγώνει:
– Ρίξε Ριγκόζαμ’ τάρματα, ρίξε και το τουφέκι!
– Καθήστε μην ταράζεστε και πάσο να μην πάτε,
Μουδ’ άρματα πετάω ΄γω, μουδέ και το τουφέκι!
Αν δε μας αγκυλώνανε, δεν καίγαμε τη Στρώμη,
Μήτε τη Στρώμη καίγαμε μήτε Μαυρολιθάρι…
Εγώ, Γιαννής την έκαψα, και θα τη ματακάψω.
Εγώ μια κόρη αγάπησα κι αυτοί δεν μου τη δίναν.
Κι όσο Ριγκόζας Ζωντανός, την πάλλα δεν πετάει
Και ’σεις καλά με ξέρετε, τα’ άρματα δεν τα δίνω!»


Πηγή: ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ

Εργοστάσιο χωρίς αφεντικά - Ενα ντοκιμαντέρ για την ΒΙΟΜΕ



Ένα εργοστάσιο που εγκαταλείφθηκε στα χρόνια της κρίσης, οι εργάτες πήραν την παραγωγή στα χέρια τους και αυτή τη στιγμή παράγουν φυσικά καθαριστικά φιλικά προς το περιβάλλον και φιλικά προς τον άνθρωπο.

Saturday, March 18, 2017

Ζαπατίστας: "Ο πρώτος από όσους θ' ακολουθήσουν"



Σε συνέχεια του διεθνούς καλέσματος για δράσεις στήριξης στους πρόσφυγες οι Ζαπατίστας υλοποιούν το πρώτο κομμάτι της δέσμευσής τους να στείλουν ζαπατιστικό καφέ και τα καλλιτεχνικά έργα του φεστιβάλ CompArte για τη στήριξη δράσεων αλληλεγγύης στους εκτοπισμένους.

Συντρόφισσες, σύντροφοι,

Ήδη σας είπαμε ότι θα προσπαθούσαμε να βρούμε τρόπους να σας στηρίξουμε, ώστε με τη σειρά σας να στηρίξετε την αντίσταση και την εξέγερση όσων καταδιώκονται και χωρίζονται από τείχη. Έχουμε μια μικρή εξέλιξη προς αυτήν την κατεύθυνση.

Είναι ήδη έτοιμος ο πρώτος τόνος ζαπατιστικού καφέ για την εκστρατεία «Η αντίσταση, η εξέγερση, η αλληλεγγύη από τα κάτω και αριστερά απέναντι στα τείχη του Κεφαλαίου».

Ο καφές είναι 100 τοις εκατό ζαπατιστικός. Έχει καλλιεργηθεί σε ζαπατιστική γη από ζαπατιστικά χέρια· έχει συγκομιστεί από Ζαπατίστας· έχει στεγνώσει κάτω από το ζαπατιστικό ήλιο· έχει κοπεί σε ζαπατιστικό μύλο· ο μύλος ξεχαρβαλώθηκε από ζαπατιστικό φταίξιμο· επισκευάστηκε από Ζαπατίστας (ήταν ένα μη ζαπατιστικό μπαλέρο [παιχνίδι])· έπειτα συσκευάστηκε από Ζαπατίστας, Ζαπατίστας του έβαλαν τις ετικέτες και τον μετέφεραν.

Αυτός ο πρώτος τόνος συγκεντρώθηκε με συμμετοχή των πέντε καρακόλ, με τα ζαπατιστικά Συμβούλια Καλής Διακυβέρνησής τους, τους Αυτόνομους Δήμους (MAREZ) και τις συλλογικότητες των κοινοτήτων και ήδη βρίσκεται στο CIDECI-Πανεπιστήμιο της Γης στο Σαν Κριστόμπαλ δε λας Κασας, στην πολιτεία της Τσιάπας στο εξεγερμένο Μεξικό.

Ο συγκεκριμένος ζαπατιστικός καφές έχει καλύτερη γεύση όταν πίνεται στον αγώνα. Εδώ σας στέλνουμε ένα μικρό βίντεο που ετοίμασαν οι Tercios Compas [ζαπατιστικό μέσο, ή μάλλον τρίτο, ενημέρωσης] όπου καταγράφεται η διαδικασία, από το χωράφι μέχρι την αποθήκη.

Επίσης ήδη κατηγοριοποιούμε και συσκευάζουμε τα ζαπατιστικά έργα που συμμετείχαν στο φεστιβάλ τέχνης CompArte, τα οποία θα σας στείλουμε για να στηρίξουμε τις δράσεις σας.

Στο συνέδριο του Απρίλη ελπίζουμε να μπορέσουμε να τα παραδώσουμε για να αρχίσει να προχωρά όλο αυτό προς τα μέρη του κόσμου όπου υπάρχει η Έκτη, δηλαδή όπου υπάρχει αντίσταση και εξέγερση.

Ελπίζουμε με αυτή την πρώτη στήριξη να μπορέσετε να αρχίσετε ή να συνεχίσετε το έργο της αλληλεγγύης σε όλ@ς τους καταδιωκόμεν@ς και στιγματισμέν@ς του κόσμου.

Πιθανότατα αναρωτιέστε το πώς θα φτάσουν όλα αυτά στα μέρη σας. Με τον ίδιο τρόπο που παράχθηκαν, δηλαδή με οργάνωση.

Με άλλα λόγια είναι αναγκαίο να οργανωθείτε όχι μόνο για αυτό, αλλά επίσης και κυρίως για να προχωρήσετε σε δράσεις αλληλεγγύης σε όλον αυτόν τον κόσμο που καταδιώκεται απλά και μόνο επειδή έχει κάποιο χρώμα δέρματος, κάποια κουλτούρα, κάποιο πιστεύω, κάποια καταγωγή, κάποια ιστορία, κάποια ζωή.

Και προς το παρόν δεν είναι μόνο αυτό: να θυμάστε πάντα ότι χρειάζεται αντίσταση, εξέγερση, αγώνας, οργάνωση.

Α, και ρωτάμε πώς λέγεται αυτό που θέλουμε να πούμε, αλλά με τρόπο που εκείνος να το καταλάβει:

Fuck Trump!

(και μαζί μ’ αυτόν τους υπόλοιπους, δηλαδή τους Πένια Νιέτο [Μεξικό], τους Μάκρι [Αργεντινή], τους Τέμερ [Βραζιλία], τις Μέι, τις Λε Πεν, τους Μπερλουσκόνι, τους Τζινπίνγκ [Κίνα], τους Νετανιάχου, τους Άσαντ, και συμπληρώστε κι άλλα ονόματα τρέχοντα και μελλοντικά των τειχών που πρέπει να γκρεμιστούν, με τρόπο ώστε όλα τα τείχη να πάρουν το μήνυμα)

(Με άλλα λόγια είναι ο πρώτος από όσους τόνους θα ακολουθήσουν και η πρώτη αναφορά -που δεν είναι απ’ την Ανάφη-*)

Από τα βουνά του νοτιοανατολικού Μεξικού

Εξεγερμένος Υποδιοικητής Μοϊσές Εξεγερμένος Υποδιοικητής Γκαλεάνο

Μεξικό, Μάρτης 2017

Το βίντεο των Tercios Compas που συνοδεύει την ανακοίνωση, με το τραγούδι «Είμαστε νότος (Somos sur)», σε στίχους και μουσική της Ana Tijoux, και συμμετοχή της Shadia Mansour.
https://youtu.be/6ZnYPHUoLb8

* Ε καλά, προφανώς δεν γράφει για την Ανάφη το κείμενο. Το πρωτότυπο κάνει λογοπαίγνιο μεταξύ της mentada (αναφοράς) και της menta (μέντας), οπότε κυριολεκτικά «η πρώτη αναφορά που δεν είναι από μέντα».

"Επάνω τα τείχη, κάτω (και αριστερά) οι ρωγμές"

Tuesday, March 7, 2017

Νεολιθική νυχτωδία στην Κροστάνδη

Του Νίκου Καρούζου

Τραυλίζοντας οικουμένη καθώς
η πραγματικότητα χωλαίνει κι όπως
ασπροφωλιάζει η λευτεριά στον άστοργο πάγο
περικαλιόμαστε τη σώτειρα τήξη.

(Να ιδούμε αν η Άνοιξη θα συνδράμει τα όνειρά μας.)

ΈΝΑΣ ΝΑΥΤΗΣ: Το μυαλό πώς μαλακώνει στα Ουράλια;
ΈΝΑΣ ΆΛΛΟΣ ΝΑΥΤΗΣ: Τι θέλεις να πεις; Δεν κατάλαβα.
μουχλιάζει το τηλέφωνο. ευδαιμονία
– Η εξουσία ολάκερη στα Σοβιέτ! Αυτό είν’ όλο.

ΠΡΑΒΔΑ
– Μπορείς όμως να κόψεις ένα τριαντάφυλλο απ’ τη λέξη τριανταφυλλιά;
– Σε κείνους η ερώτηση.

ΠΡΑΒΔΑ
– Ποια λογική αρχίζει σε κείνους; [Ένας τρίτος ναύτης.]
– Εγώ βλέπω άλλο. η λογική της εξουσίας συνεχίζεται.

ΠΡΑΓΜΑΤΙ
– Θα πεθάνουμε ή θα βάλουμε την επανάσταση στο νόημα της!
– Αυτό είν’ όλο.

Νοστάλγησα τα ορυχτά την άφωνη
θηλαστική μου ιερότητα
κι ανατρέχω στον ύπνο που με σώζει
είν’ ο πρόχειρος θάνατος
ένα κλούβιο ρολόι
χωρίς τα πριν και χωρίς τα μετά.
δεν ήρθα δε φεύγω θα σταματήσω.

– Η εξουσία είναι της Ιστορίας η ευκοιλιότητα.
– Στο χωριό μου τη λένε γλεντοκώλα.

ΠΡΑΒΔΑ
– Γεννάδη, κάνεις ομοιοκαταληξία με τον Άδη.
– Φθέγγομαι τρόμο. Και επιτέλους τι νομίζεις πως είναι τα ιδανικά; Είν’ όπως αλευρώνουμε τα ψάρια πριν απ’ το τηγάνισμα.
– Εμείς που αληθεύουμε;
– Στην επανάσταση.

ΑΥΤΟ ΕΙΝ’ ΑΛΗΘΕΙΑ

– Για άκου το χτεσινό μου όνειρο. Βρισκόμουνα τάχα στον Όλυμπο. Θέαινες λαλέουσες κοροϊδεύαν αιωνίως του κύκλου την απληστία, μ’ ένα χυδαιότατο φεγγάρι λίγο ψηλότερα. – Δρόμος αμφιλεκτισμού. μετέρχομαι άγνωστο -, είπα. Κι άξαφνα βγαίνουν εμπροστά μου από σκοτεινό χαλκό και νήπια σίδερα ο Ήφαιστος και η Αφροδίτη, τσιτσίδια αιματωμένα. «Τι φαντάστηκες», μου λέει ο Ήφαιστος. «Αυτή η κρυπτογαμική κι ατάσθαλη Κυρία τα κάνει όλα. η κατά βάθος νυμφομανής Ήρα. είναι η σύζυγος-εξουσία κι αναμέλπει λάμψη αμέμπτου ηθικής». – Αφυπνίστηκα ταραγμένος.

Δούλα του φωτός πεταλούδα. φτερά και χνούδι σε εξωφρένεια!
Ο έκλυτος Δίας κρατεί κεραυνούς αναφαίρετους
δίχως ακόμη πυροδότηση
χορταίνοντας όραση βλακείας
καθεζόμενος υπεράνω πάσης κοσμολογίας.
Κ’ η μούρη των αλόγων του Φαέθοντα έναντι του κενού με άφρη κοσμικής ύλης.

Ασθενοφόρο γρήγορα για το βασιλέα Ληρ!
Ευωδιάζουμε από τρέλα.
Δεν πιάνουν τα φρένα. χανόμαστε στη διαιρετότητα του Ζήνωνα.

Η ΑΝΝΑ (που πλησιάζει): Τι νέα έχουμε απ’ την πραγματικότητα;
ΝΙΚΟΛΑΪ (σηκώνει το ακουστικό): Στον επόμενο τόνο η ώρα θα είναι 17 και 21 και τρία δευτερόλεπτα.
ΓΕΝΝΑΔΗΣ: Αχ καημένε! Τα τσιγάρα μονάχαι δύνασαι ν’ αριθμήσεις, όχι το κάπνισμα.
ΝΙΚΟΛΑΪ: Φοβάμαι, σύντροφε. Και η επίθεση επίκειται. Ο Λένιν έχει εμπλακεί στη μοίρα.

– Πανάκριβα ραφτικά.
– Χοϊκή φρενίτιδα.
– Φαλλοκοπία.
– Ουτοπία.
– Μα όμως αναιρέσαμε το δάσος.
– Βροχές μανάδες… Άραχλε!

Να κι ο τρισάθλιος ήλιος! Μια χλεμπόνα
στ’ ουρανού το κατεστημένο.
Αμ’ τι γαρ;
Η αλληλεγγύη των αστεριώνε ξανασπιθίζει
με μηδέν αντίχτυπο.
θυμάμαι κάποτε στη Τζια ένανε γάιδαρο
να τρώει λαμπερές μαργαρίτες.
επιτυχία της μοναξιάς. αυτή ναι πάντα
η κατάσταση.

Να προσπερνάς αυτολεξεί τα νεύρα σου.

– Με σφίγγει μια αλήθεια. της παραδίνομαι. Με σφίγγει μια άλλη. κι αυτηνής της παραδίνομαι. Διατρέχοντας του μυαλού την ωμότητα. Λέω αίμα του ψύλλου κι αμέσως οσφραίνομαι ρούμι.
– Παραδέρνεις. Αλλ’ εμένα τα μάτια μου διεκδικούσαν ενότητα οπτικής. εκκένωση τραγωδίας. Ουδέποτε υπέφερα τις αντιφάσεις. Αμφί και ρέπω, όχι!
– Χρεμετίζεις φαντασία.

[Την ημέρα εκείνη γεννήθηκα μόνος μου. δεν είχα βιολογικό προηγούμενο. Σούρθηκα στην τρώγλη της απλής αριθμητικής. Εκεί διαλάμποντας ενωτίστηκα κόκαλα.]

Υπερφίαλο φως ισχνότητα του έρωτα!
Τι ναν τα λέμε… Αυτοψυχίατρος είν’ ο ποιητής
με καθαρό οινόπνευμα.
Κυρίως θα λεγα θεοσταγής και προϊούσα σφήκα.
Θα γαλαζωσει πάλι.

– Μα είναι κι ο άλλος έρωτας, ο γενετήσιος.
– Τι να σου κάνει αυτός… Αν θέλεις, βάζει λίγα παγάκια στη μελαγχολία μου.

[Θύμησες αφεύγατες από τότενες που ξέρω τον εαυτό μου. δεν είν’ εύκολο πράγμα η ομορφιά, κι ας είναι τόσο μεταδοτική με λόγια και με θεωρίες. Κι αυτό το χέλι, η αισιοδοξία. γλιστρά πάντοτε στην επόμενη φάση. Θέλει δύστυχο χώμα η ελιά… Το δράμα της ποιότητας.]

Είθε να μην υπήρχα.
μαβής ο χτύπος της καρδιάς. αλητεία.
Κι αν είπα τις προάλλες τη ζωή αντίρρηση του σκούληκα
δεν έπαψε να φουγαρίζει μέσα μου χαώδης
η απελπισία.
Θες το ζωο θες ο άγιος τίμημα η απουσία.
Κορφόνυχα μες στη φωτιά σε ταραχώδη θράκα
χρονάκια μου και χρόνια
έκανα γω το μπόι μου βλαστοβολώντας ύψος
χωρίς να συμβουλεύομαι
κακούς ονειροκρίτες και θολά μαντεία.
Δεν αναμέτρησα κινδύνους. αποτεφρώθηκα.
Πίστεψα στα χρυσάνθεμα ορκίστηκα στη χλόη
Κι όπως ρεκάζει επιστήθιος άνεμος από βροχερά
συμπεράσματα
στα ερυθρά χαλάσματα του ήλιου ξαναφαίνομαι
κι ανιστορώ τα ρόδινα νεφρά μου.

– Κλαίμε δίχως πεντάγραμμο. τα όρνια συνωστίζονται στον αγέρα στροβιλίζοντας ανεπίληπτα τη γεωμετρία. Κυριέψαμε την ελάσσονα λέξη ΣΟΒΙΕΤ –
– Ουαί συντρόφοι μου φαντασιολεξία!
– Ετερολεξία του κόμματος. αντιλέγει ένας ναύτης.

ΕΥΧΑΡΙΣΤΟ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟ. ΟΙ ΣΚΟΤΩΜΕΝΟΙ ΖΟΥΜΕ ΑΚΟΜΗ.

– Στο βάθος του Φιλλανδικού Κόλπου.
Του δε πλήθους των πιστευσάντων ην η καρδία και η ψυχή μία, και ουδέ εις τι των υπαρχόντων αυτώ έλεγεν ίδιον είναι, αλλ’ ην αυτοίς άπαντα κοινά…
Στο βάθος του Φιλλανδικού Κόλπου.

– Λέω να περπατήσω λιγάκι. Μέχρι τα μαγειρεία. Δυο-τρεις μέρες που δεν είδα ορνιθίτσα. δουλεύει καθαρίστρια η Άννα. Μια οποιαδήποτε δουλειά εδώ πάει στην έκσταση.

Καθώς ο ήλιος καμπουριάζει κι απογίνεται
μύξα φωτός
ανέρχομαι κόκκινος με ψυχικά ματογυάλια θλίψης
κάνοντας δεύτερη φωνή στην ύλη
και υπεραμύνομαι της αιτιότητας
ενάντια
στο χυδαίο Σύμπαν.

– Είτε στον ύπνο (παξ) είτε στην εγρήγορση (κοάξ) ονομάζομαι γοργά μελλοθάνατος.

– Αυτό είν’ έτσι. Σ’ ενδιαφέρει όμως το τελευταίο μου όνειρο; Πήγα τη γραφομηχανή μου στον οδοντίατρο. «Κανένα σάπιο δόντι;» με ρώτησε. Δεν ξέρω τι συνέβη ύστερα, μα ο γιατρός είπε ήρεμα. «ναν την ξαναφέρετε την άλλη εβδομάδα». Την πήρα στα χέρια μου και προχώρησα στον αναβατήρα. Τότενες ούρλιαξε η γραφομηχανή. «θα φύγω μόνη μου!». Και κατρακύλησε από κάτι ελισσόμενες σκάλες, που ωστόσο ήτανε γιγάντιες πορτοκαλόφλουδες.

– Παράλληλα εμείς τρώγαμε βαθιά τα νύχια μας. Κι ακούγαμε τη σιωπή να ηχεί με χαλαροκούδουνα. [Τυπωθήτω.]
– Αλλά θα ’πρεπε…

Θρομβώδη φυλλώματα. Συνεσθίομαι
μαζί με τ’ άνθη.
διασχίζω τους γάμους των θάμνων
αναφλέγοντας το γραφτό μου σε άναρθρους
όρθρους
αποτυχίζω την απόγνωση κατακείμενος
όρθιος.

[Πλησιάζουμε οξυγόνο. «Ρωτήθηκε μια μέρα ο Nasreddin Hodja:- Ο ήλιος είναι πιο χρήσιμος ή η σελήνη; – Η σελήνη, είπε ο Hodja, γιατί ο ήλιος προβάλλει όταν ξημερώνει. Ενώ η σελήνη φωτίζει τον κόσμο όταν νυχτώνει». (Εκ του γαλλικού.) Με οπτική λογική θ’ αστράφταμε απαρομοίαστα. Θα ’λεγες όχι;]

Λέω συχνά τα νεφρά μου θα υπερισχύσουν.
Εντούτοις μαθητεύω πια συνέχεια σε τρόμο
κάθε βράδυ ξαναστοχάζω πως όχι! δε θα ξυπνήσω.
κάθε πρωί ξεριζωνω φλέγματα υποφέροντας
μιαν άγρια ναυτία που δεν εξελίσσεται ολότελα
κι ανατριχιάζω
κάτι νύχτες με εθελούσιο μαύρο κάτι νύχτες
από τεράστια αιμοχαρή φεγγάρια
για να διαλευκάνω επιτέλους τα άσπρα μου
μαλλιά ως τη συντέλεια.

Δε θυμάμαι θυμάρι που να μην ανάδωσε πάντοτε
την ευωδιά του
με ήλιους ορεινούς αναφωνήματα στη μνημοσύνη.
Δεν ξέρω τι κάνει το συκώτι μου δεν ξέρω
τι κάνει η καρδιά μου
μαστίζομαι από ένοχη θέαση κι ανωφερή
αχτημοσύνη
χαράζω σύμφωνα και εκφέρω φωνήεντα φρίκης.
– Θρησκευτική υπόθεση. Κι ο χρόνος τώρα δεν είναι μαγνητοταινία της αιωνιότητας. Ανακρούεται επιστήμη.κουκιά μετρημένα. Μα είν’ αμπόρετο να τσιμπήσει κανείς τη θάλασσα. Η Ιστορία τελικά συναναστρέφεται αγάλματα. Δεν είναι;
Το πιάνο μου το λένε γραφομηχανή.
στην άλλην όχθη μελωδεί το θάνατό μας.
του Τρότσκυ καλλωπίζει την υπογραφή.
Κι ο Ζηνόβιεφ απ’ αντίκρυ στα ίδια πλήχτρα
με κόκκινο φελόνι
με γλαυκό στιχάριο
μηχανεύεται την απόλαυση να μας αφανίσει.
– Θυμάμαι λοιπόν έναν ουρανόβραχο στην πατρίδα. Ωσάν τούτονε συλλογιόμουνα κάνει ομορφιά κι ο Λένιν.ωσάν ετούτονε το μέγα βράχο στην αιθρία.
– Την ξαστεριά την έλεγες κάποτε μηχανορραφία.
– Δεν εγγυώμαι καμιά λέξη.
– Μας ρήμαξε η φαντασία.
– Μα η λάμψη, μας καθιερώνει.
– Τι εστί λάμψη;
————————————-
[Αυτός που βγαίνει κουστουμαρισμένος με γλαφυρή γραβάτα στη μέση της εκκλησίας μεταξύ των ψαλτάδων και λέει το «Πιστεύω» -, τι μπλαμπλά Θεέ μου. τι αφρώδης αφρένεια!]
– Ποιος αποφάσισε τα πτώματά μας;
————————————-
– Ξέχειλα τα οράματά μας. Εμπλουτισμένοι αθανασία.
– Νυμφίοι της ελπίδας αρουραίοι.
[Λάμπουμε όλοι στην Κροστάνδη. Στην πιο περήφανη γεωγραφία.]
Μικρόσωμος ο Χάροντας
ψηλόκορμη η αγάπη.
Κανένας ήλιος επισείοντας
μεσημεριάτικο κίτρινο
σε ζοφώδη ζωύφια. κανένας τρόμος!
Έτσι κι αλλιώς αποθανούμεθα.
Κι ο αμνός οληνώρα χαμηλώνει στην ακούραστη βρώση.
Θεός αμφίθεος. τ’ αγγελικά μου τάρταρα. φρικωδία
ναι και όχι.
καθώς ορχείται σεινάμενο λυγάμενο
το μέγιστο ερώτημα.
η βία είναι
η μαμή της Ιστορίας
ή είναι
το εκάστοτε
νεογνό της Ιστορίας;
(Χορός είν’ αυτός και ζαλίζει.
Μα όμως πρέπει μας τραγούδι.
Η τρικυμία βόγγει από πάντα
για να βγάλει
φτερά το πέλαγο να πετάξει
στα δρώμενα ύψη.)
– Άμα η αλήθεια δεν κάνει φαλάκρα, πώς να γουρμάσει…
ΈΝΑΣ ΝΑΥΤΗΣ (που φταρνίστηκε): Αυτό εγώ λέω αλήθεια.
(Γελώντας): Το φτάρνισμα. ολική απόρριψη.
Σε βοερά μνημόσυνα βοράς κι αθώας βαρβαρότητας
με πετεινών αθλήματα στους χαμηλόκορμους ουρανούς
ωσότου πιάσουν ένα γύρο οι βροχάδες τα πρωτόνερα
ώσπου ν’ ανοίξει της χυνοπωριάς το κατουροβάρελο.
Θα ’τανε πέρσι.
Ρεμβώδη νοήματα. τυράγνια του βήχα. σκελετός από μέσα.
Τα φουκαριάρικα πλεμόνια μου δεν έχουν ευκρασία
μα η ζωή τυρβάζει σαν ζωή και σε κανένα είδος αλήθειας.
Θα ’τανε πέρσι.
Και έπεται στο μέγα δάσος εκείνη η γαλήνη η φτυστή
με βραδυγλωσσία της υπάρξεως
η νυοστή εκείνη σίγηση με τα λαμπερά οιδήματα
σαν τα νερά στις φυλλωσιές τα γοργομίλητα
σαν των πουλιώνε την ανέγνωρη κι αγγελομάτα νιότη.
Στο λάκκο δεν προσμένουμε στον Άδη δεν ακαρτερούμε
κι ουδέ τα φίδια πλεχταριά κι ουδέ οι οχιές κουβάρι
μονάχα μια τρομώδης πλάστιγγα που ζυγίζει ενόρκως
την αφθαρσία της ύλης.
Τα κόκαλά μου βιάζονται τη λευτεριά τους απ’ τη σάρκα.
[Βραδυάζει στο κείμενο. Η κατακρήμνιση του απογεύματος: ωριμότητα.]
– Αν έλιωνε ο πάγος. αν τους προλάβαινε η Άνοιξη…
– Θα ’φερνε αποτέλεσμα;
– Για πιότερη στόχαση.
– Θ’ αποφασίζαν ένα διάλογο;

[ Εφτά μετρήθηκαν τα βήματα του νιογέννητου Βούδδα, πεθαίνοντας εφτά μέρες αργότερα η βασίλισσαMaya. Ρέει ο χρόνος και μια νύχτα Siddhartha monte a cheval et les Dieux font un tapis de leurs mains sousles sabots du cheval pour qu’il puisse abandoner la ville sans etre entendu ni vu de personne. Ανάβει το μυστικό ζωο με χαρμόσυνο σκοτάδι sous un arbre de pipal. Ούτε πλούτος πλέον ούτε γυναίκα ούτε το παιδί του. τ’ αφήκε όλα πίσω. τα παράτησε στο καλό και στο κακό (ηλιοφέγγαρο). Μια τεράστια γδύμνια. στην αρχή βάναυση. τρώγοντας un grain de riz par jour. Ερχόντας η φώτιση ξαναγεννήθηκε. ]

Στήθος μου δε σε γιόμισα κέρματα κι όταν
ο ήλιος αγνοεί στη δύση του το κάλλος
πράττει άριστα
κι όταν επίσης βάζει
σκοτείνιασμα στην τόση φλεγμονή και χαϊδεύει
της νύχτας την κλειτορίδα.
Σκιαγμένα καντηλάκια στους τάφους. ο βραδινός
αέρας τα τρομάζει.
Μ’ ένα κλαρί κληματαριάς απάνω φαρδύ γαλάζωμα
χαίρομαι την εικαστική λεπτότητα.
[ Προλετάριοι
Προσμονάριοι ]
Πλαγιάζουν τα λουλούδια την ευλύγιστη βροχή
κι ανάσσει
στο ανάσασμά μου η ερημόκαρπη παρουσία
μαθαίνω τις φτερούγες μου
δάσκαλος ο αγέρας
αρραβωνιάζεται τη λεύκα σ’ αρίφνητο του άσπρου
φυλλομάνι
δεν έχει όρια η ευφράδεια της Σταύρωσης
ούτε το πορτοκαλί που με τύφλωνε
φωσφορίζοντας
μα εγώ τη γλώσσα την αποκλήρωσα
δε μαζεύω ψυχοχάρτια χαζεύω την αγριότητα
οι καιόμενες πορφυρές δεκαετίες
από υδρόγεια νόηση
κι αναπηδά στη χύτρα του πεπρωμένου
ο χόχλακας.
Φεγγάρι μου βγαλμένο μάτι ρεμβάζω σου
τ’ ασπράδι.
[ Παλιοκούρελο η ποίηση. θα ’λεγα σολιασμένα βάσανα. Πάει καλά. Μήπως όμως βλέπουμε την επανάσταση σε διάθλαση; μήπως δεν έχει πραγματικά στραβώσει;
– Προέχει το μαύρο.
– Τι εννοείς;
– Κλείσε τα μάτια σου: πάνε όλες οι μορφές. άμα τ’ ανοίξεις επανέρχονται όλες. Αυτό είν’ έτσι.
– Δώσε μου σαν ενθύμιο τον ορισμό της εξουσίας.
– Ως προς εμένα η εξαχτίνωση του χτήνους.
– Τικ τακ. τικ τακ. τικ τακ –
– Αλλά πού με ειρωνεύεσαι τώρα, σύντροφε;
Ποτέ μου δεν αφέθηκα στους αριθμούς ή άλλα κύμβαλα
ούτε είπα την ανθρωπότητα ομορφόσογο.
μα είν’ αλήθεια. στα κράκουρα της ερημιάς η πτήση
μοιάζει με αθώωση κι ο νους μας πάντοτε
ξελεπιάζει στους ωκεανούς τον Ποσειδώνα αιχμηρή φενάκη
σε πικρά της αγωνία ωράρια.
φάσμα ο πανσέληνος ουρανός κι ο ηλίθιος ήλιος απάνω
υποκινητής του ίσκιου μου μέρα-νύχτα.
Σιγά τα αίματα! – ο ήλιος, μας οφείλεται κύριοι.
χωρίς υμνολογίες!
Χωρατεύει σωρηδόν η άνθηση κι αν υποκύπτω στην όσφρηση
στα μύρα στη μητέρα στους αμέριμνους ίασμους
εντούτοις μ’ ενοχλούσαν ανέκαθεν οι ώρες του Σωκράτη
πριν απ’ τον έυγεστο θάνατο
κι εγέρωχα ωρυόμενοι κεραυνοί νεμόμενοι το μεσονύχτι
τ’ ουρανού οι βογιάροι
μ’ ανελέητα σπαθιά κι απαστράφτοντας
τη νύχτα τήνε ξεκοιλιάζουν.
Εγώ λοιπόν έκπληχτος από χέρι διαστέλλω γαλαξίες
κι ανατείνομαι όνειρος
αποβάλλοντας το πραγματικό κι αναθυμούμενος μόλις
εκείνη την αρτηρία του αόρατου
την πλεξούδα του καπνού σε ανώδυνο
ύψος. Εδώ επιμένουμε όλοι.
– Άννα, τι συμβαίνει;
– Άρχισε η επίθεση.
– Άννα, έχε γεια! Θα πεθάνουμε.
– Νικολάι, σ’ αγαπούσα ολόκληρη.
– Μιαν άλλη φορά. θα ξαναγίνει, Άννα.
[ et les Dieux font un tapis την ώρα τούτη με τον πάγο κάτω απ’ τα πέλματα των συντρόφων απέναντι. για να περάσουν αιωρούμενοι. ]
διεδίδετο δε εκάστω καθότι αν τις χρείαν είχεν –
KRONSTADT

Νίκου Καρούζου «Νεολιθική Νυχτωδία στην Κροστάνδη»
εκδόσεις Απόπειρα, Αθήνα 1987

Friday, March 3, 2017

Πρώτη αφιέρωση στους παλαιους και νέους σταλινικούς…

Επειδή, όπως όλοι γνωρίζουν, δεν έχουμε πάψει να συγκινούμαστε από τις πάσης φύσεως άοκνες εκδηλώσεις παλαιών και νέων σταλινικών (βλ. εκδηλώσεις για τον ΔΣΕ, αφίσες, προβολή τους στην κινηματική αντιπληροφόρηση) σκεφτήκαμε να βοηθήσουμε και εμείς να διατηρηθεί αυτή η «ωραία» ατμόσφαιρα και είπαμε σιγά σιγά να αρχίσουμε να φρεσκάρουμε την μνήμη όλων.

Θυμηθήκαμε, λοιπόν, δύο εξέχουσες προσωπικότητες, Λετονούς, τον Γέκαμπς Πέτερς αξιωματούχο της πρώιμης Τσεκά και τον Μάρτινς Λάτσις αρχικά ανακριτή της Λαϊκής Επιτροπής Εσωτερικών Υποθέσεων. Αυτά τα δύο κτήνη άφησαν πραγματικά εποχή με τις θηριωδίες τους συνεργαζόμενοι στενά.

Ο πρώτος ο Γέκαμπς Πέτερς πήγε το 1917 στην Ρωσία, όπου εντάχθηκε στην Τσεκά. Γρήγορα ανέλαβε την διεύθυνσή της, ενώ στην συνέχεια ανέλαβε το πόστο τού επικεφαλής της Τσεκά στο Πέτρογκραντ. Ο Πέτερς, όπως και άλλοι λετονοί, ήταν της γνώμης ότι η Τσεκά θα έπρεπε να ήταν υπόλογη μόνο στον αρχηγό της κυβέρνησης, ώστε να έχει λυμένα τα χέρια της να κάνει έρευνες, συλλήψεις και φυσικά αθρόες εκτελέσεις. Στην Μόσχα, ο Πέτερς οργάνωνε επιδρομές στις οποίες δολοφονούνταν εκατοντάδες αναρχικοί, ενώ στο Πέτρογκραντ χρησιμοποιούσε τον προεπαναστατικό τηλεφωνικό κατάλογο για να συλλάβει τους μεσοαστικής τάξης, εμπόρους, δημόσιους υπαλλήλους, διανοούμενους ως ομήρους για αντίποινα. Συγκεκριμένα στις 12-13 Ιουνίου 1919 σε μια συνδυασμένη επιχείρηση της Τσεκά-κόμματος με τον Στάλιν, εκατοντάδες ύποπτοι, οι περισσότεροι απλοί συγγενείς λιποτακτών, συνελήφθησαν και εκτελέστηκαν.

Ο Μάρτινς Λάτσις το 1918 παίρνει προαγωγή στην Τσεκά και το 1919 διακρίνεται ιδιαίτερα στο Κίεβο, όπου μαζί με τον Πέτερς ανοίγουν ένα «Προξενείο της Βραζιλίας» και αρχίζουν να πωλούν βίζες έναντι χρηματικών ποσών, ενώ στην συνέχεια συλλαμβάνουν όλους τους επισκέπτες στ’ όνομα πάντα της Τσεκά. Όταν οι Λευκοί ανακατέλαβαν το Κίεβο, βρήκαν τουλάχιστον 5.000 πτώματα, ενώ δεν υπήρχαν καθόλου στοιχεία για την τύχη άλλων 7.000 κρατουμένων της Τσεκά.

Ο Λάτσις ανέλαβε με κάθε τρόπο την υπεράσπιση της Τσεκά, όταν παρουσιάζονταν διάφορα μικροπροβλήματα εξ’ αιτίας ορισμένων επιπλήξεων της Λαϊκής Επιτροπής Δικαιοσύνης. Ίδρυσε μάλιστα μια εφημερίδα με τίτλο το Κόκκινο Σπαθί, όπου δημοσίευε στατιστικές εκτελέσεων σαφώς παραποιημένες.

Παραθέτουμε κλείνοντας μια δήλωσή του χωρίς κανένα επί πλέον σχόλιο.

«Η Τσεκά δεν είναι απλώς ένα ανακριτικό όργανο· είναι το όργανο μάχης του κόμματος του μέλλοντος […] Εξολοθρεύει δίχως δίκη ή απομονώνει από την κοινωνία φυλακίζοντας σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Ο λόγος της είναι νόμος. Η δουλειά της Τσεκά πρέπει να καλύπτει όλους τους τομείς της δημόσιας ζωής […] Όταν ανακρίνετε, μη ζητάτε υλικά στοιχεία ή απόδειξη για τα λόγια ή τις πράξεις του κατηγορουμένου εναντίον της σοβιετικής εξουσίας. Η πρώτη ερώτηση που πρέπει να κάνετε είναι: Σε ποια τάξη ανήκει, τι μόρφωση, ανατροφή, καταγωγή ή επάγγελμα έχει. Με βάση τις απαντήσεις θα αποφασίσετε τη μοίρα του κατηγορουμένου. Αυτή είναι η έννοια και η ουσία της κόκκινης τρομοκρατίας […] Δεν κρίνει τον εχθρό, τον χτυπάει. Δεν δείχνει οίκτο, αλλά αποτεφρώνει οποιονδήποτε σήκωσε όπλο από την άλλη πλευρά των οδοφραγμάτων και δεν μας είναι χρήσιμος […] Αλλά δεν είναι μια γκιλοτίνα που κόβει κεφάλια κατ’ εντολή κάποιου δικαστηρίου […] Εμείς, σαν τους Ισραηλίτες, πρέπει να χτίσουμε το Βασίλειο του Μέλλοντος κάτω από το μόνιμο φόβο μιας εχθρικής επίθεσης».

Λ.

Friday, February 24, 2017

Περί κινηματικής … Κυβερνοαντιπολίτευσης…

Κοινωνική διαίρεση, η συντριβή κάθε βεβαιότητας, η ματαίωση κάθε κοινωνικής προσδοκίας για «κάτι καλύτερο», η ματαίωση των προσδοκιών, που οδηγούσαν «λίγο πριν» στην ανυποταξία, κοινωνικών ομάδων ή ατόμων, έστω και για λόγους διατήρησης κεκτημένων αποτελούν πρώτα απ’ όλα τους βασικούς λόγους, που εξηγούν γιατί το καθεστώς, που διαχειρίζεται τις κρατικές υποθέσεις μπορεί να χαμογελά ακόμη, έστω συγκρατημένα.

Πρόκειται, λοιπόν, για μια συνθήκη κοινωνικής παράδοσης και μάλιστα με τους χειρότερους όρους; Ή μήπως είναι υπερβολικός αυτός χαρακτηρισμός; Και αν, πράγματι, έτσι έχουν τα πράγματα, είναι πιθανός ο απεγκλωβισμός και πότε είναι εφικτό να γίνει κάτι τέτοιο;

Θα πρέπει, εξ αρχής, να τονίσουμε ότι πρόκειται για ένα καθεστώς αριστεροδεξιό, που εξέφρασε από την πρώτη στιγμή τις βαθύτερες ιστορικές καταβολές της συνύπαρξης και της αλληλεξάρτησης αριστεράς-δεξιάς – σφραγίζοντας για πάντα τις εμφυλιοπολεμικές αντιθέσεις.

Μα, θα αναρωτηθεί κάποιος και πώς συνταιριάζεται κάτι τέτοιο με την χρήση παραδοσιακών συμβόλων ή συμβολισμών από το νέο καθεστώς, που ήρθε να εκφράσει το «αδούλωτο πνεύμα του ελληνικού λαού» με προσκυνήματα στην Καισαριανή για να τιμηθεί ο αντιφασιστικός αγώνας ή με τις απίθανες αντιγερμανικές αντιιμπεριαλιστικές κορώνες; Πολύ γρήγορα, έγινε φανερό ότι ακριβώς αυτή η διαχείριση διευκόλυνε όχι μόνο την συνέχιση της κοινωνικής ισοπέδωσης, αλλά και την επιβολή χειρότερων όρων δουλείας.

Αυτή ακριβώς η εκδοχή ειδυλλιακής συνύπαρξης αριστεράς-δεξιάς, που προσφέρει το καθεστώς Τσίπρα, αντλεί ιδεολογικούς πόρους από το μεταπολιτευτικό παρελθόν, αλλά δεν εξαντλείται ούτε καθηλώνεται στην επανάληψη προηγούμενων «εμπειριών».

Και ο λόγος είναι απλός. Τα νέα καθήκοντα στην διαχείριση των κρατικών υποθέσεων, η αγριότητα της επιβολής, που εξακολουθεί να σαρώνει την προηγούμενη συνθήκη ανάμεσα σε εξουσιαστές και εξουσιαζόμενους, απαιτούσαν και συνεχίζουν να απαιτούν την ιδιαίτερη, την πιο εκλεπτυσμένη εξουσιαστική εκδοχή, δηλαδή εκείνη που μόνο οι κομμουνιστές μπορούν να προσφέρουν.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η προεκλογική υπόσχεση στελεχών του Συριζα ότι όταν με το «καλό» θα έρθουν στα πράγματα, οι αγωνιστικές κινητοποιήσεις θα εκλείψουν, αφού με την άνοδό τους στην εξουσία αυτομάτως θα εκλείψουν και οι λόγοι που οδηγούν σ’ αυτές. Και εφ’ όσον δεν εκλείψουν; Τότε, είτε θα πρόκειται για «ύποπτες κινήσεις», που το καθεστώς νομιμοποιείται να καταστείλει, είτε θα πρόκειται για αντικοινωνικές κινήσεις, που στόχο έχουν να βλάψουν τα λαϊκά συμφέροντα.

Οι δηλώσεις αυτές είναι αλήθεια ότι δεν πέρασαν απαρατήρητες. Είναι προφανές, όμως, ότι η βαρύτητά τους δεν αξιολογήθηκε σχεδόν καθόλου, ή όταν αυτό έγινε, οι φωνές που προειδοποιούσαν και υπενθύμιζαν τις αριστερές δυνατότητες καταστολής από οποιαδήποτε θέση, «αγωνιστική», αντιπολιτευτική ή κυβερνητική, ακούγονταν και φάνταζαν εμμονικές ή τουλάχιστον γραφικές.

Στην «αδυναμία» αυτή συνετέλεσε σε μεγάλο βαθμό η κινηματική ευφορία μπροστά στην επερχόμενη «αλλαγή», η κινηματική προεκλογική καμπάνια για να έρθει η πρώτη φορά αριστερή κυβέρνηση στα «πράγματα», αλλά και οι κάθε είδους κινηματικές προσδοκίες, που μπόλιαζαν αυτήν την στάση.

Έτσι, οι περισσότερες συνιστώσες του κινήματος παρουσιάστηκαν έτοιμες να συναποτελέσουν μια αξιόπιστη, παρ’ ότι ιδιότυπη κυβερνητική συνιστώσα, μπαίνοντας κάτω από την ομπρέλα του αντιφασισμού και της συμπαράστασης στους πρόσφυγες και μετανάστες, ενάντια στην κακιά δεξιά, που είχε προηγουμένως καταστείλει συστηματικά κυρίως καταλήψεις, ενώ στην σχετική προπαγάνδα υπέρ του Συριζα έμπαινε, με εμφαντικό τρόπο, το ζήτημα των πολιτικών κρατουμένων τους οποίους εννοείται ότι θα ευνοούσε μια αριστερή κυβέρνηση!!!

Αυτή ακριβώς η όσμωση εκφράσθηκε, μεταξύ άλλων, με χαρακτηριστικό τρόπο και από τον βουλευτή του Συριζα Βαγγέλη Διαμαντόπουλο, ο οποίος τον Ιούνιο του 2013 είχε δηλώσει ότι «χώροι όπως η βίλα Αμαλίας, που έχουν εγκαταλειφθεί, συνδέονται και με άλλα πράγματα, επίκαιρα στην κοινωνία μας, δράσεις όπως το εμπόριο χωρίς μεσάζοντες ή το ανταλλακτικό εμπόριο», ενώ δεν δίστασε να ισχυριστεί ότι «αυτοπροσδιορίζεται στον αναρχικό χώρο» για να «διευκρινίσει» στην συνέχεια ότι

«Ως βουλευτής και μέλος του ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ στηρίζω το πρόγραμμα και τις ιδέες της ριζοσπαστικής αριστεράς και τους μαζικούς και ειρηνικούς αγώνες του ελληνικού λαού για δημοκρατία και κοινωνική δικαιοσύνη. Αυτοπροσδιορίζομαι από αυτήν την ιδιότητά μου και μόνο. Για μένα απολύτως συμβατές με αυτή την ιδιότητα είναι οι αξιακές αναφορές μου στην άμεση δημοκρατία και στους κοινωνικούς χώρους».

Το κλίμα αυτό παρουσίαζε με καταγγελτικό τρόπο η ΝΔ πιστεύοντας ότι θα συσπειρώσει από την πλευρά της τα πλέον συντηρητικά κοινωνικά στρώματα: «Σήμερα, ο κ. Σκουρλέτης, επίσημος εκπρόσωπος του κ. Τσίπρα, χαρακτήρισε με λόγο που δεν αρμόζει σε κοινοβουλευτικό κόμμα, ως ‘‘χαφιεδίστικη την ανακοίνωση της ΝΔ’’ για τη διαπίστωση της κάλυψης που παρέχει το κόμμα του στους κουκουλοφόρους. Όμως, λίγη ώρα μετά, ένας βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ δεν καλύπτει απλώς τους ‘‘κουκουλοφόρους’’, αλλά αυτοπροσδιορίζεται ως ‘‘κουκουλοφόρος’’. Η Νέα Δημοκρατία περιμένει την άμεση και έμπρακτη απάντηση του κ. Τσίπρα στα ερωτήματα που θέτει… Διαφορετικά, κάθε άλλη υπεκφυγή θα ισοδυναμεί με συνενοχή!» τονίζεται στην ανακοίνωση της ΝΔ στις 10-1-2013.

Το κίνημα, λοιπόν, δεν συναίνεσε, απλά, στην προοπτική αυτή, αλλά δούλεψε εντατικά με τον έναν ή τον άλλο τρόπο για να την στηρίξει, παρέχοντας στο επερχόμενο γεγονός την απαραίτητη πιστοποίησή του ως δήθεν επαναστατική εξέλιξη ή τέλος πάντων εξέλιξη με την οποία μπορούν να συμβιβαστούν ή να αρκεστούν όσοι κινητοποιήθηκαν στους σκληρούς αντιμνημονιακούς αγώνες.

Η αποκορύφωση της κινηματικής συναίνεσης ήρθε με αφορμή το δημοψήφισμα.

Εδώ η λαϊκή κινητοποίηση υπέρ του ΟΧΙ δεν έδωσε μόνο την ευκαιρία να δηλωθούν οι απαραίτητες κινηματικές εγγυήσεις στο νέο καθεστώς, αλλά και το πεδίο για να εγγραφούν οι έμπρακτες διαβεβαιώσεις για την περαιτέρω φανατική στήριξή του.

Μήπως τότε ο φανατισμός πνίγηκε στην «ιστορική κωλοτούμπα» του ηγέτη της πρώτης φορά αριστερής κυβέρνησης;

Όχι βέβαια. Από πουθενά δεν προκύπτει κάτι παρόμοιο. Ίσα ίσα ο ίδιος φανατισμός διατηρείται και μεγαλώνει, απλά αλλάζει μανδύα, όπως επιβεβαιώνει η ηγετική κινηματική επανεμφάνιση των περισσότερων που αποχώρησαν (βλ. Λαϊκή Ενότητα) μετά την συντεταγμένη και ελεγχόμενη διάσπαση του Συριζα.

Η κινηματική κυβερνοαντιπολίτευση, δηλαδή, στα καλύτερά της…

Συσπείρωση Αναρχικών

Monday, February 13, 2017

Η FC St.Pauli απαντά στον CEO της Under Armour

Την Παρασκευή, η ομάδα μας μέσω του πρόεδρου της Oke Göttlich δήλωσε επιχειρώντας να αποστασιοποιηθεί επικρίνοντας τα επαινετικά σχόλια του CEO Kevin Plank της Under Armour για τον νέο πρόεδρο των ΗΠΑ τον οποίο αποκάλεσε παγκόσμιο κεφάλαιο.

«Η Sankt Pauli δεν έχει παρά να συμφωνήσει με τον Steph Curry, τον καλύτερο σουτέρ τριών πόντων του ΝΒΑ για τον νέο πρόεδρο των ΗΠΑ και δεν έχουμε τίποτα περισσότερο να πούμε για αυτό το πρόσωπο» είπε ο Oke Göttlich αναφερόμενος σε πρόσφατα σχόλια που έγιναν από το αστέρι των Golden State Warriors. Τι είπε ο Curry για τον Trump;  Ήταν το λιγότερο καυστικός απαντώντας στον Plank που αποκάλεσε τον Trump «Ένα πραγματικό κεφάλαιο (asset) για τη χώρα», ο Curry έκανε λογοπαίγνιο λέγοντας ότι «θα συμφωνούσε αν αφαιρούσε τα δυο τελευταία γράμματα από την λέξη κεφάλαιο (ass = κ@λος)» Ενώ ο πρόεδρος μας συνέχισε λέγοντας ότι ο Plank «Θα πρέπει να επανεξετάσει την δήλωσή του για χάρη των πολλών εργαζομένων της εταιρείας που προέρχονται από οικογένειες μεταναστών και που φέρνουν πολλά έσοδα για την εταιρεία του.» και πρόσθεσε: "Επειδή αγαπητέ προμηθευτή το ρητό «Προστατευούμε το σπίτι μας» ισχύει και για την Sankt Pauli και τις αξίες της».

Ανεξάρτητα από την καλή συνεργασία και την σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ της FC St. Pauli και του προμηθευτής της, ο σύλλογος θα συνεχίσει να λαμβάνει μια θέση στο μέλλον, όταν κρίνεται αναγκαίο. Από την πλευρά της η Under Armour δήλωσε ξεκάθαρα ότι έχουν συμπαίκτες από διαφορετικές θρησκείες, εθνικότητες, φύλα και σεξουαλικό προσανατολισμό προσθέτοντας ότι στην Under Armour η ποικιλομορφία τους είναι η δύναμή της.

Πηγή: Athens Club FC St.Pauli

Wednesday, February 1, 2017

Αριστερά και ρεμπέτικο

«Φυλάγαμε τσίλιες οι τρεις μας, γωνία Αρριανού-Ολύμπου. Κρατούσαμε σφιχτά το περίστροφο, με το χέρι στη φαρδιά τσέπη του σακακιού που φούσκωνε, όπως στην τελευταία ταινία του Τζώρτζ Ραφτ. Στις οχτώ ακριβώς ακούστηκε μια ριπή από πολυβόλο και σε λίγο σκόρπιοι πυροβολισμοί. Στις οχτώ και πέντε έφτασε ο Γαλάνης να μας πει να διαλυθούμε. Εγώ κατέβαινα μαζί του μέχρι την Εγνατία. «Απλή δουλειά» είπε. «Μόλις μπήκαμε μέσα στον τεκέ τούς βρήκαμε όλους ξαπλωμένους στην κουρελού, ακίνητους, σα να μην άκουσαν που μπήκαμε. Τους φωνάξαμε να σηκωθούν. Δε σηκωθήκανε, ήτανε βαριά μαστουρωμένοι. Τους ρίξαμε με την ησυχία μας μια και καλή. Δε σάλεψε κανείς τους, ούτε κιχ, οχτώ άτομα. Θ’ ανασάνει τώρα η γειτονιά από την αλητεία του Κιορπέ». «Πάρε το περίστροφο» είπα «δεν έχω που να το ακουμπήσω απόψε». Πρόσεξα τη φωνή μου. Την πρόσεξε και ο Γαλάνης. «Σε καταλαβαίνω» είπε. «Δεν έχεις συνηθίσει ακόμα». «Είναι κι αυτό» είπα.» (Μανώλης Αναγνωστάκης, «Το Περιθώριο ’68-’69»). Μαρτυρία του ποιητή Μανώλη Αναγνωστάκη, από την έφοδο της ΟΠΛΑ σε τεκέ της Θεσσαλονίκης και την εκτέλεση των θαμώνων την περίοδο του εμφυλίου πολέμου.

%cf%84%ce%bf-%cf%81%ce%b5%ce%bc%cf%80%ce%b5%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%bf-%cf%84%cf%81%ce%b1%ce%b3%ce%bf%cf%85%ce%b4%ce%b9-%cf%80%ce%b5%ce%b9%cf%81%ce%b1%ce%b9%ce%b1%cf%82-1
Το ρεμπέτικο τραγούδι είναι απότοκο των ραγ­δαίων και βίαιων κυριαρχικών εξελίξεων, που έλαβαν χώρα στον ελλαδικό χώρο από τον 19ο αιώνα, με την ίδρυση του ελλαδικού κράτους. Το γεγονός της απομάκρυνσης μεγάλων πληθυσμών από την ύπαιθρο και τις κοινότητες και η εγκατάστασή τους στις μεγάλες πόλεις, υπήρξε καθοριστικό για την γέννηση και την σχηματοποίηση ενός τραγουδιού, που τουλάχιστον στην αρχή της δημιουργίας του, ήταν έκφραση όλων αυτών που δεν μπορούσαν να αφομοιωθούν στις νέες κυριαρχικές συνθήκες. Υπήρξε έκφραση όλων αυτών που εγκατέλειψαν την ύπαιθρο και την κοινότητα και ξεβράστηκαν στα λιμάνια και στις σκιές των απρόσωπων πόλεων, που όλο και μεγάλωναν. Η αμηχανία μπροστά στα νέα δεδομένα των ανθρώπων που το δημιούργησαν, ο τρόπος έκφρασης μιας συγκεκριμένης κοινότητας ανθρώπων, τα πάθη της, οι έρωτες της και ο τρόπος επικοινωνίας όσων είτε δεν μπορούσαν, είτε δεν ήθελαν να συμμετάσχουν στην κανονικότητα της κοινωνίας. Στην πορεία και ειδικότερα με την εδραίωση της δισκογραφίας στα μέσα του 20ου αιώνα, το ρεμπέτικο τραγούδι στρογγυλοποιήθηκε, κόπηκε και ράφτηκε ώστε να χωρέσει σε δίσκους γραμμοφώνου, έγινε εμπορικό προϊόν και βαφτίστηκε, ανάλογα με τους καιρούς και την πολιτική εξουσία που κυριαρχούσε, περιθωριακό, χασικλίδικο, αυθεντικό, λαϊκό κλπ. Κυνηγήθηκε από πολλούς σε όλη την διαδρομή του, αλλά, από την μεταπολίτευση και μετά βαπτίστηκε ως γνήσια «λαϊκή έκφραση» και θεοποιήθηκε, από τον ίδιο πολιτικό χώρο που κάποτε το κυνήγησε λυσσασμένα, την αριστερά. Τέτοιες πρακτικές αφομοίωσης, αφού πρώτα παρέλθει το στάδιο των καταγγελιών και των διώξεων, είναι γνωστές στον εν λόγω πολιτικό χώρο.
%cf%81%ce%b5%ce%bc%cf%80%ce%ad%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%bf-2
Οι πανταχόθεν διώξεις
Η αδιαφορία του ρεμπέτικου τραγουδιού προς την λέξη «πολιτική» ήταν τελικά και ο βασικός λόγος των διώξεων του. Οι προβαλλόμενες αιτίες των διώξεων, όπως η χρήση ψυχοτρόπων ουσιών και η λογοκρισία του τραγουδιού, λόγω θεματολογίας, ήταν ουσιαστικά οι αφορμές. Η πραγματική αιτία υπήρξε ο αδέσποτος χαρακτήρας μιας κοινότητας που αγνοούσε τις αρχές και ουσιαστικά υπογράμμιζε μέσα από τα τραγούδια και την καθημερινή συμπεριφορά της, την υποκρισία και την βαθιά σήψη της κοινωνικής κανονικότητας που ήθελαν τα κατά καιρούς καθεστώτα. Το ρεμπέτικο και οι εκφραστές του κυνηγήθηκαν όπως είναι γνωστό από την αστυνομία, τον Μεταξά, τις δεξιές κυβερνήσεις και την Χούντα. Παρ’ όλα αυτά, ένας ακόμα διώκτης του συγκεκριμένου τραγουδιού υπήρξε και η αριστερά. Η αριστερά ουσιαστικά συντάχθηκε με το καθεστώς του Μεταξά στο ζήτημα του ρεμπέτικου τραγουδιού. Γι’ αυτήν, το ρεμπέτικο και οι άνθρωποι που το δημιουργούσαν και εκφράζονταν, ήταν αγκίδα στην φτέρνα της δικιάς της κοινωνικής κανονικότητας και έπρεπε να ξεριζωθεί. Ήταν ένα κομμάτι που δεν μπορούσε να ελεγχθεί και αυτό ενοχλούσε. Προπολεμικά, αλλά και την περίοδο της κατοχής και του εμφυλίου, οι αριστεροί έκαναν εφόδους σε τεκέδες και μαγαζιά και τα έκαναν λαμπόγυαλο. Μάλιστα, στις πιο ήπιες περιπτώσεις, οι αριστεροί απειλούσαν τους ρεμπέτες να μην παίζουν «μάγκικα» και «χασικλίδικα» τραγούδια. Ο Μάρκος Βαμβακάρης, στην αυτοβιογραφία του, μας παρουσιάζει την κατάσταση που επικρατούσε τα χρόνια της κατοχής και του εμφυλίου. Από την μια μεριά ο φόβος των κομμουνιστών για τα τραγούδια που έπαιζε και από την άλλη ο φόβος των Χιτών που προσπαθούσαν να τον καλοπιάσουν με ανταλλάγματα να τους καταδώσει αριστερούς και στην μέση ο ρεμπέτης Βαμβακάρης αμήχανος μπροστά στο παραλογισμό της εξουσίας. «Ερχόντουσαν λοιπόν εκεί οι κομμουνιστές, και μου λέγανε. Ά, αυτά τα τραγούδια που λες τα χασικλήδικα, να τα σταματήσεις. Εδώ ήτανε χάος, χάος απ’ αυτόν τον κόσμο όλο, κι αυτοί θέλανε για να σταματήσω τα τραγούδια τα χασικλίδικα! Δεν τα θέλανε με κανένα τρόπο. Θα σε κάνουμε εξορία. Θα σε διώξουμε. Δεν θέλουμε. Να μην τα λες αυτά τα τραγούδια. Τι να κάνω; Ζούλα από τον ένα, ζούλα από τον άλλο».[1] Και παρακάτω αναφέρει μια συνάντηση με τους Χίτες: «–Αυτό θα μας κάνεις. Θα μας τα λες όλα, θα σου δίνουμε ό,τι γουστάρεις να τρως στο σπίτι σου. Ψωμιά, φαγιά, μυστήρια και θα σε πληρώνουμε. – Τι να πω; Ό, τι μου λέγανε, ναι έλεγα με το κεφάλι, δεν μπόραγα να πω διαφορετικά. Ναι, ναι, ναι, ναι. Μέχρι να τελειώσω να καθαρίσω να φύγω».[2]

Έχει ειπωθεί ότι η επιθετική γραμμή του ΚΚΕ κατά του ρεμπέτικου τραγουδιού είχε εντολή από ψηλά. «Σε μια ολομέλεια της εποχής, ο τότε γραμματέας του ΚΚΕ Νίκος Ζαχαριάδης, αποκάλεσε το ρεμπέτικο τραγούδι της κάμας και της ντεκαντέντσιας και κάλεσε τα μέλη να σπάνε τους τεκέδες».[3] Η ίδια γραμμή επικρατεί και την περίοδο της κατοχής και του εμφυλίου, όπου η οργάνωση ΕΠΟΝ, μέσα από άρθρα της στην εφημερίδα «Νέα Γενιά», προτρέπει τους γνήσιους αγωνιστές και τα μέλη της, να σπάνε τους τεκέδες, όπου τους βρίσκουν. Βέβαια, η παραπάνω πράξη μπορεί εύκολα να θεωρηθεί ότι είναι ενάντια της χρήσης ψυχοτρόπων ουσιών. Εάν η σκέψη προχωρήσει ένα βήμα πιο πέρα, όμως, θα διαπιστωθεί, ότι η βία που ασκήθηκε ιστορικά από μέλη του ΚΚΕ και των παρακείμενων οργανώσεων σε χασικλήδες, ηρωινομανείς και ρεμπέτες, απέβλεπε στην επιβολή της δικής του δύναμης. Η λογική τού όποιος δεν είναι μαζί μας είναι εναντίον μας, στο μεγαλείο της. Το αρχικό απόσπασμα του Μανώλη Αναγνωστάκη είναι ενδεικτικό του είδους αγώνα του ΚΚΕ ενάντια στα ναρκωτικά σε καιρό εμφυλίου πολέμου. Άνθρωποι εξαρτημένοι που δεν χωρούσαν στον ιδανικό κόσμο του κόμματος θα έπρεπε να θανατώνονται. Στην θέση των χασικλήδων άνετα θα μπορούσαν να μπουν (και έμπαιναν) οποιοιδήποτε διαφωνούντες.
%cf%81%ce%b5%ce%bc%cf%80%ce%ad%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%bf-3
Ο λόγος των αριστερών κατά του ρεμπέτικου
Η αριστερή αρθογραφία βρίθει από λίβελους κατά του ρεμπέτικου τραγουδιού. Στο βιβλίο του Κώστα Βλησίδη, Σπάνια Κείμενα για το Ρεμπέτικο, καθώς και σε αυτό του Παναγιώτη Κουνάδη Εις Ανάμνηση Στιγμών Ελκυστικών, παρουσιάζονται πολλά κείμενα που αφορούν το ρεμπέτικο από το 1929 έως το 1970. Τα κείμενα που σχετίζονται με την αριστερά παρουσιάζουν σχετική ομοιογένεια ως προς τον καταγγελτικό τους λόγο. Ακόμα και οι ελάχιστοι συμπαθούντες των ρεμπέτικων δεν μπορούν να ανεχτούν τα «μάγκικα και τα χασικλίδικα». Εξαίρεση, βέβαια, από όλους τους αρθογράφους που δέχεται το ρεμπέτικο ως έχει είναι μόνο ο Πάνος Τζαβέλας. Είναι σημαντικό να σημειώσουμε, ότι ο καταγγελτικός λόγος των αριστερών για το ρεμπέτικο δεν διαφέρει σε καμμία περίπτωση από αυτόν των λεγόμενων δεξιών.

Το πρώτο κείμενο σχετικά με το ρεμπέτικο είναι του Γ. Σταύρου και δημοσιεύεται στις 27-11-1946 στην Ελεύθερη Ελλάδα. Το κείμενο χαρακτηρίζει το ρεμπέτικο ως υποκινούμενο και το κατατάσει στην υπηρεσία των αντιδραστικών πολιτικών δυνάμεων, κυρίως λόγω της ψυχοτρόπας θεματολογίας του. «Γιατί ο ύμνος της «μαύρης», του «τουμπεκί» και των άλλων… αποικιακών προϊόντων, γίνεται ανοικτά και μερακλίδικα με όλη την ελευθερία του δυτικού τύπου».[4] «Ωστόσο, όπως δεν λυγίζουν το λαό τα διάφορα «μέτρα τάξεως», οι εκτοπισμοί, οι εκτελέσεις […] η νόμιμη και… παράνομη εισαγωγή του χασίς- έτσι δεν καταφέρνουν να τον εμποτίσουν με τη μουσική του τεκέ τα ρεμπέτικα τραγούδια και να τον θέσουν εκτός μάχης».[5]

Στη συνέχεια, σε δύο άρθρα του Ριζοσπάστη(15-12-1946/ 15-8-1947), η επίθεση εναντίον του χασίς και των χασικλίδικων συνεχίζεται. Στο πρώτο, ο Δ. Μύστης ισχυρίζεται ότι οι τοξικομανείς δημιουργούνται βάσει σχεδίου για την εξόντωση του λαού. Και στο δεύτερο ο Λ.Σ. κατονομάζει τους ύμνους του χασίς «Όταν καπνίσει ο λουλάς» και το «Πρωί πρωί με τη δροσούλα» που έχουν κατακλύσει ταβέρνες και πλατείες.[6]

Το κείμενο του Νίκου Παγκαλή στην Αυγή (14-2-1953) τάσσεται κατά του ρεμπέτικου τραγουδιού, γιατί, σε αντίθεση με το λαϊκό τραγούδι, είναι «μακριά από την κοινωνική διαπάλη» και το «φως της ζωής». Σύμφωνα με τον αρθογράφο, το ρεμπέτικο δεν γίνεται να εκφράζει τον λαό γιατί τα τραγούδια που υμνούν το χασίς και το μαυραγορίτη δεν έχουν καμία σχέση με την κοινωνική πάλη. «Από τα γεννησιμιά του το «Ρεμπέτικο» διαδίδει υμνώντας το χασίς, το λουλά, το κομπολογάκι, την ταμπακιέρα […]Είναι λοιπόν αυτό το «λαϊκό τραγούδι», όπως θέλουν να το αποκαλούν, που συνεχίζει την παράδοση και εκφράζει τους λαϊκούς πόθους;».[7]

Από τους εκφραστές του αριστερού λόγου που τάσσεται φιλικά προς το ρεμπέτικο, χωρίς όμως να είναι και υπέρ των χασικλίδικων, ξεχωρίζει ο Ανωγειανάκης ο οποίος (Ριζοσπάστης 28-1-1947) αναφέρει σχετικά με τα χασικλίδικα: «Ασφαλώς είμαστε και μεις σύμφωνοι πως μια τέτοια μουσική και ποίηση δε μπορεί να μας ενδιαφέρει. Κι’ ακόμα συμφωνούμε για την κακή της επίδραση, που την καταδικάζουμε».[8]

Ο Μίκης Θεοδωράκης στο περιοδικό Δρόμοι της Ειρήνης, (Οκτώβριος 1960), τάσσεται κατά των χασικλίδικων, υποβαθμίζοντάς τα κατά πολύ στον αριθμό τους.[9]Και στη συνέχεια στο περιοδικό Πρώτο «διευκρινίζει ότι στο ‘‘αληθινό λαϊκό τραγούδι”, όπως το αντιλαμβάνεται δεν έχουν θέση τραγούδια του τύπου Όταν καπνίσει ο λουλάς».[10]

Ο Γιάννης Σκουριώτης (μαρξιστής δια­νοητής και μεταφραστής του Κεφαλαίου του Μαρξ) υποστηρίζει ότι τα χασικλίδικα πρέπει να περιορίζονται στις ταβέρνες και όχι στην οικογένεια. «(…) δεν ταιριάζει να ακούγονται σε τίμια σπίτια τα τραγούδια των ‘’χασικλήδων’’ και των ‘‘πρεζάκηδων’’».[11]

Ο Κώστας Μαραβέας (Ιούνιος 1970), θεωρεί λογική την ύπαρξη τραγουδιών με θέμα τις ψυχοτρόπες ουσίες, αφού η εξαθλίωση επηρέασε και το τραγούδι που περιγράφει το κοινωνικό γίγνεσθαι: «Το βάσανο της προσφυγιάς οδηγούσε σε μια φυγή και το χασίς σ’ ένα σκοπό. Ήταν δυνατό μέσα σε τέτοιες άθλιες συνθήκες (δεν θα κάνω ιστορία) να μείνει ανεπηρέαστο το λαϊκό τραγούδι; Δεν νομίζω! (…) Όταν τραγουδάει μια κατάσταση περιγράφοντάς τη δεν νομίζω πως την υμνεί συγχρόνως».[12] Στην συνέχεια κάνει μια αυτοκριτική του αριστερού χώρου για την πολεμική που άσκησε ενάντια στο ρεμπέτικο. Ο Μαραβέας παρ’ όλες τις ενδιαφέρουσες απόψεις του, στο κλείσιμο του κειμένου αναφέρει ότι τα κομμάτια αυτά δεν πρέπει να τραγουδιούνται και απλώς αναφέρει ότι είναι ένας κρίκος στην ιστορία του λαϊκού τραγουδιού. Άρα ακόμα και εδώ παρατηρείται ότι ο επικριτικός λόγος υπάρχει αλλά σε άλλη μορφή.

Το μοναδικό κείμενο που τελικά μοιάζει να διαφοροποιείται συνολικά στους κόλπους της αριστεράς, είναι του Πάνου Τζαβέλλα και δημοσιεύεται στο ίδιο περιοδικό τον Ιούλιο του 1970. Ο Τζαβέλλας κατακρίνει το χώρο ότι χειραγωγεί την τέχνη και μεταθέτει το ερώτημα «εάν τα χασικλίδικα συνέβαλλαν στην ανάπτυξη του λαϊκού κινήματος», στον προβληματισμό σχετικά με το αν βοήθησαν το λαϊκό κίνημα τραγούδια όπως η Ιτιά, είδη τραγουδιού και μουσικής όπως το Μανιάτικο μοιρολόι, η Βυζαντινή μουσική και καλλιτεχνήματα όπως ο Ερμής του Πραξιτέλη, η Αφροδίτη της Μήλου κλπ. «Δεν πρέπει να απλοποιούμε τα πράγματα και να κάνουμε με το ζόρι την τέχνη υπηρέτρια και προπαγανδιστή των άμεσων πολιτικών επιδιώξεών μας. (…) Είναι απλοϊκή η ερώτηση, εάν τα χασικλίδικα συμβάλανε στην ανάπτυξη του κινήματος, όταν ο λαός έκανε αγώνες για δημοκρατία και ελευθερία, γιατί θα πρέπει να ρωτήσουμε αν προς την ίδια κατεύθυνση βοήθησαν η Ιτιά, ο Ερμής του Πραξιτέλους (…). Αν αδιαφορήσαμε για την καλλιτεχνική ποιότητα αυτών των έργων και κρίνουμε την καλλιτεχνική τους αξία μόνο απ’ τα βραχυπρόθεσμα πολιτικά οφέλη και την εξυπηρέτηση της πολιτικής μας γραφής, σημαίνει ότι κακοποιούμε την τέχνη, διαστρέφουμε το νόημά της (…)».[13] Συνεχίζοντας, ο Τζαβέλλας τοποθετείται σε σχέση με το ρόλο αυτών των τραγουδιών. «Δεν καλούν τον κόσμο στον τεκέ. Εκφράζουν καλλιτεχνικά μια κοινωνική πραγματικότητα. Είναι μια συγκλονιστική μαρτυρία κι ένα ντοκουμέντο μιας εποχής».[14]

Είναι ενδιαφέρον να αναζητήσει κάποιος τους λόγους της λεγόμενης αναβίωσης του ρεμπέτικου, από την μεταπολίτευση και μετά, από τους κόλπους της αριστεράς. Η μεταπολίτευση χαρακτηρίζεται από έντονες και εξαιρετικά βίαιες συγκρούσεις νεολαίων με τις δυνάμεις της αστυνομίας. Ο αντιελιτισμός της εποχής δεν πέρασε απαρατήρητος από την αριστερά ανακαλύπτοντας και προβάλλοντας μια απωθημένη μορφή κουλτούρας του παρελθόντος. Το ρεμπέτικο επανανοηματοδοτήθηκε. Σε αυτό το γεγονός, έπαιξε καθοριστικό ρόλο και η φυλάκιση του Ηλία Πετρόπουλου από την χούντα, εξαιτίας της έκδοσης του βιβλίου «Ρεμπέτικα Τραγούδια». Όπως ο ίδιος είχε δηλώσει, η φυλακή ήταν ευκαιρία γι’ αυτόν, ώστε να βρεθεί και να καταγράψει τους αγαπημένους του μάγκες, νταήδες και να τους γνωρίσει από κοντά. Συγχρόνως, όμως, έδωσε ένα τόνο αμφισβήτησης με σύμβολο το ρεμπέτικο. Την περίοδο αυτή αναζητούνται οι βετεράνοι ρεμπέτες, εκδίδονται πολλές βιογραφίες (κάποιες αμφιβόλου ποιότητας) και οργανώνονται συναυλίες. Όλα αυτά είχαν μεγάλη απήχηση σε πολλές νεολαιίστικες ομάδες και φοιτητές. Παρ’ όλα αυτά, ακόμα και τότε, υπάρχουν πολλοί αριστεροί που τάσσονται κατά του ρεμπέτικου γιατί η μαζικοποίηση του «εξυπηρετεί την αστική τάξη».[15]
%cf%81%ce%b5%ce%bc%cf%80%ce%ad%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%bf-4
Ο μύθος
Κλείνοντας ας διευκρινιστεί ότι η πλήρης συσχέτιση του ρεμπέτικου τραγουδιού με τις ψυχοτρόπες ουσίες είναι άτοπη. Ενδεικτικά, αξίζει να αναφέρουμε, ότι από το σύνολο 1400 κομματιών που βρίσκονται στην ανθολογία ρεμπέτικων τραγουδιών του Πετρόπουλου, μόνο 106 χαρακτηρίζει ο ίδιος ο Πετρόπουλος ως χασικλίδικα και από αυτά μόνο τα 67 έχουν περάσει στην δισκογραφία. Το ίδιο ισχύει και στην ανθολογία του Παναγιώτη Κουνάδη, όπου σε σύνολο 623 τραγουδιών, τα 235 έχουν αναφορές σε ψυχοτρόπες ουσίες. Έτσι, εύκολα διαπιστώνεται, ότι ο αριθμός εν τέλει είναι πολύ λίγος σε αναλογία με τα υπόλοιπα κομμάτια.

Επίσης, ένα άλλο γεγονός είναι ότι οι καλλιτέχνες που δεν είχαν άμεση σχέση με την χρήση ψυχοτρόπων ουσιών και διοχέτευσαν στην αγορά τραγούδια με ψυχοτρόπα θεματολογία, ήταν σαφώς περισσότεροι από αυτούς που είχαν άμεση σχέση με ψυχοτρόπες ουσίες και ιδιαίτερα με το χασίς. Σε αυτό το γεγονός έπαιξε μεγάλο ρόλο η δισκογραφία. Ένας δημιουργός του ρεμπέτικου, ο Κώστας Ρούκουνας αναφέρει σχετικά: «Και τόνε βλέπω ένα απόγευμα τον Μάρκο με μια τραγιάσκα, ένα ζωνάρι και παραμάσχαλα το μπουζούκι του και μπαίνει μέσα (…) και τότες τον ρωτήξανε τι πραγματάκια έχεις; Και τους είπε πολλά όμορφα. Αυτοί όμως διάλεξαν το χασικλίδικο».[16] Επίσης και ο Δημήτρης Γκόγκος (Μπαγιαντέρας), σε συνέντευξή του στον Λευτέρη Παπαδόπουλο, αναδεικνύει τον ρόλο των δισκογραφικών εταιρειών: « – Γιατί γράφατε για τεκέδες; Ήταν της μόδας; – Ήτανε η εποχή τέτοια. Που έπρεπε… Ήτανε πολύς κόσμος, ρεμπετόκοσμος, που τραβιότανε μ’ αυτό κι έπρεπε να πιαστούμε πάνω σ’ αυτούς. Αυτοί να μας αναδείξουνε. Γιατί αυτοί γυρεύανε τα τραγούδια μας κι αυτοί θα γυρεύανε από τις εταιρίες και κάτω από τα πρατήρια κανά δίσκο ντερβίσικο».[17] Η μαρτυρία της Αγγέλας Παπάζογλου, γυναίκας του δημιουργού Βαγγέλη Παπάζογλου, αναφέρει, επίσης, για το θέμα: «Και οι εταιρίες περνούσανε μόνο τα χασικλίδικα σε δίσκους. Πώς να παλέψεις;…»[18] Ένα άλλο στοιχείο που ενισχύει αυτή την άποψη, είναι ότι πολλοί καλλιτέχνες που δεν έκαναν χρήση χασίς διατέλεσαν διοικητικά-καλλιτεχνικά στελέχη διαφόρων δισκογραφικών εταιριών γράφοντας, παρ’ όλα αυτά, πολλά χασικλίδικα κομμάτια (Τούντας, Σκαρβέλης, Δραγάτσης, Περιστέρης).

Από τα παραπάνω φαίνεται, λοιπόν, ότι η στερεότυπη ταύτιση του ρεμπέτικου με ψυχοτρόπες ουσίες δεν είναι τόσο στιβαρή και συντελέστηκε κυρίως από τις διώξεις αριστερών, δεξιών, χούντας και Μεταξά για πολιτικά ωφέλη και μετέπειτα από την δισκογραφία.

Το ρεμπέτικο ποτέ δεν υπήρξε επαναστατικό τραγούδι με την στενή χρωματισμένη έννοια του όρου επανάσταση. Φύτρωσε σαν ζιζάνιο στην ρωγμή του «τσιμέντου» που έπεφτε βίαια και μεθοδικά από τα μέσα του 19ου αιώνα και ύστερα στον ελλαδικό χώρο. Πολλοί θέλησαν να το ξεριζώσουν, αλλά το ζιζάνιο δεν έχει συγκεκριμένο χώρο, δεν μένει σε ένα σημείο, θα βγαίνει στο φως ανοίγοντας δρόμο στα τσιμέντα. Πως θα ξεριζώσεις κάτι όταν δεν ανήκει πουθενά; Οι ίδιοι διώκτες του, από την μεταπολίτευση και μετά το ξαναθυμήθηκαν προσπαθώντας να το κάνουν δικό τους. Προσπάθησαν να του δώσουν χώρο και χρώμα. Οργάνωσαν συναυλίες, τίμησαν τους ζωντανούς ρεμπέτες απαγγέλλοντας ωραία λόγια. Τους είπαν ότι το τραγούδι τους είναι της εργατικής τάξης και ότι είχαν εργατική συνείδηση. Τους τοποθέτησαν ψηλά, λουσμένους από φώτα και εκείνοι ήταν εκεί, γέροι και κουρασμένοι, τους κοιτούσαν με την ίδια αμηχανία, όπως τους κοιτούσαν και άλλοτε… ζούλα από τον έναν ζούλα από τον άλλον.

Ελευθερόκοκκος

Βιβλιογραφία:

Βαμβακάρης Μάρκος, Αυτοβιογραφία (επιμ. Αγγελική Βέλλου-Κάιλ), εκδ. Παπαζήσης, Αθήνα 1978.
Βλησίδης Κώστας, Όψεις του Ρεμπέτικου, εκδ. του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα 2004.
Βλησίδης Κώστας, Σπάνια Κείμενα για το Ρεμπέτικο (1929-1959), εκδ. του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα 2006.
Γκαίηλ Χολστ, Ο Δρόμος για το Ρεμπέτικο, εκδ. Ντένιζ Χάρβευ, Λίμνη Ευβοίας 1995, (Α΄ έκδοση 1977).
Δαμιανάκος Στάθης, Κοινωνιολογία του Ρεμπέτικου, εκδ. Πλέθρον, Αθήνα 2001.
Κουνάδης Παναγιώτης, Εις Ανάμνησιν Στιγμών Ελκυστικών, Β΄ τόμος, εκδ. Κατάρτι, Αθήνα 2003.
Παπαδόπουλος Λευτέρης, Να Συλληφθεί το Ντουμάνι, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2004.
Παπάζογλου Αγγέλα, Τα Χαΐρια μας εδώ: Ονείρατα της Άκαυτης και της Καμμένης Σμύρνης, (επιμ. Γιώργης Παπάζογλου), εκδ. Ταμείου Θράκης, Ξάνθη 2003.
Πετρόπουλος Ηλίας, Ρεμπέτικα Τραγούδια, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1991.
Σχορέλης Τάσος, Οικονομίδης Μίμης, Ένας Ρεμπέτης: Κώστας Ρούκουνας «σαμιωτάκι», διανομή: αποκλειστικότης Τάσος Σχορέλης- Μίμης Οικονομίδης, Αθήνα 1974.
Gauntlett Στάθης, Ρεμπέτικο Τραγούδι, Συμβολή στην Επιστημονική του Προσέγγιση, εκδ. του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα 2001.
[1] Βαμβακάρης Μάρκος, Αυτοβιογραφία, σελ 208-209.
[2] Όπ. Σελ 206.
[3] Κουνάδης Παναγιώτης, στο βιβλίο του «Τα ρεμπέτικα» τεύχος πρώτο.
[4] Βλησίδης Κώστας, Σπάνια Κείμενα για το Ρεμπέτικο, σελ. 109.
[5] ό.π, σελ. 110.
[6] Βλησίδης Κώστας, Όψεις του Ρεμπέτικου, σελ. 70-71.
[7] Βλησίδης Κώστας, Σπάνια Κείμενα για το Ρεμπέτικο, σελ. 182-183.
[8] Γκαίηλ Χολστ, Δρόμος για το Ρεμπέτικο, σελ. 140.
[9] Βλησίδης Κώστας, Όψεις του Ρεμπέτικου, σελ. 96.
[10] ό.π, σελ. 97.
[11] Βλησίδης Κώστας, Σπάνια Κείμενα για το Ρεμπέτικο, σελ. 237.
[12] Κουνάδης Παναγιώτης, Εις Ανάμνηση Στιγμών Ελκυστικών, Τόμος Β’, σελ 501.
[13] ό.π, σελ 504.
[14] ό.π, σελ 506.
[15] Βλησίδης Κώστας, Όψεις του Ρεμπέτικου, βλέπε κεφάλαιο: Ο αριστερός λόγος για το ρεμπέτικο.
[16] Σχορέλης Τάσος – Οικονομίδης Μίμης, Ένας Ρεμπέτης: Κώστας Ρούκουνας «Σαμιωτάκι», διανομή: αποκλειστικότης Σχορέλης Τάσος – Οικονομίδης Μίμης, Αθήνα 1974, σελ. 30.
[17] Παπαδόπουλος Λευτέρης, Να Συλληφθεί το Ντουμάνι, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 1999, σελ. 125.
[18] Παπάζογλου Αγγέλα, Τα Χαίρια μας Εδώ: Ονείρατα της Άκαυτης και της Καμμένης Σμύρνης, εκδ. Ταμείου Θράκης, Ξάνθη 2003, σελ. 50.


Πηγή: ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ